Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]


  • τμήμα [τμῆμα] τμή-μα ουσ. (ουδ.) {τμήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μέρος συνόλου, κομμάτι: αρχικό/μεταλλικό/ξύλινο/οδικό/πλαστικό/τελευταίο ~. ~ δρόμου/κειμένου/κτιρίου/οικοπέδου/ομάδας/πόλης/στρατού (πβ. απόσπασμα)/χάρτη. ~ από τη ζωφόρο του ναού/τα τείχη/το ψηφιδωτό. Ζωτικό ~ της χώρας. Το ανατολικό ~ του νομού. Αφαίρεσε/έκοψε ένα ~ του φλοιού. Κατά ~ατα (= τμηματικά, κομμάτι κομμάτι). Πβ. τεμάχιο.|| (ΜΑΘ.) ~ έλλειψης/ευθείας από το Α έως το Β/κύκλου (: μέρος της επιφάνειάς του που ορίζεται από τόξο της περιφέρειάς του και της αντίστοιχης χορδής)/σφαίρας (: μεταξύ δύο παράλληλων επιπέδων που τέμνουν τη σφαίρα). 2. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) υποδιαίρεση υπηρεσίας, επιχείρησης, νοσηλευτικού ή εκπαιδευτικού ιδρύματος και συνεκδ. ο χώρος όπου αυτή/αυτό στεγάζεται: αυτόνομο/γενικό/εμπορικό/οικονομικό/τεχνικό ~. ~ γυναικείων ειδών/διανομής/διαχείρισης (ανθρώπινου δυναμικού)/διεθνών σχέσεων/εισαγωγών/εκπαιδευτικών θεμάτων/ελέγχου/ερευνών/μάρκετινγκ/μελετών/μητρώου/συσκευασίας. Διευθύνει το ~ πωλήσεων. Εργαζόμαστε στο ίδιο ~.|| Καρδιολογικό/παθολογικό ~ νοσοκομείου.|| ~ Μαθηματικών/Νομικής. Ιατρικό ~ Πανεπιστημίου. Τα ~ατα της Φιλοσοφικής Σχολής. Εγγραφές/εισαγωγή στο ~. Ανακοινώσεις/απόφοιτοι/γενική συνέλευση/γραμματεία/δομή/έδρες/εκπαιδευτικό προσωπικό/εργαστήρια/ιστοσελίδα/κτίριο/λειτουργία/μέλη ΔΕΠ/μεταπτυχιακό πρόγραμμα/οργάνωση/πρόεδρος/πτυχιούχοι ενός ~ατος. Ιδρύονται/λειτουργούν νέα ~ατα.|| ~ αρχαρίων/προχωρημένων. Εντατικά/καλοκαιρινά/ολιγομελή/παιδικά/χειμερινά ~ατα Γαλλικών/Γερμανικών. ~ατα χορού. Η Γ' Λυκείου έχει δύο ~ατα. Βλ. κλάδος, τομέας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυνομικό τμήμα & (προφ.) Τμήμα (ακρ. ΑΤ): υπηρεσία της Αστυνομίας με δικαιοδοσία σε συγκεκριμένη περιοχή και συνεκδ. τα γραφεία στέγασής της: Υπηρετεί στο Α' ~ ~.|| Δήλωση του συμβάντος/προσαγωγή/προσκόμιση δικαιολογητικών στο ~ ~. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ~ ~. Με κάλεσαν στο ~ ~ για κατάθεση., εκλογικό τμήμα: κατανομή εκλογέων ανά περιοχή και συνεκδ. ο χώρος όπου οι πολίτες της περιοχής ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα: αμιγές/μεικτό ~ ~. ~ ~ ετεροδημοτών. Ανήκω/ψηφίζω στο ~ ~ ..., ευθύγραμμο τμήμα βλ. ευθύγραμμος, πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα βλ. πολυδύναμος, τμήμα μεταγωγών βλ. μεταγωγή [< 1: αρχ. τμῆμα, πβ. γαλλ. section, γερμ. Abteilung]
  • τμηματάρχης τμη-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. προϊστάμενος τμήματος δημόσιας ή ιδιωτικής υπηρεσίας: ~ παραγωγής/υπουργείου. ~ στη Διεύθυνση Γενικής Γραμματείας. Βλ. -άρχης. 2. βαθμός στην ιεραρχία των διοικητικών υπαλλήλων: ~ Α'/Β'. Βλ. διευθυντής. [< γερμ. Abteilungsleiter]
  • τμηματεκτομή τμη-μα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση ενός μικρού τμήματος οργάνου μέσα στο οποίο εμπεριέχεται όγκος: ~ ήπατος/μαστού (πβ. μαστεκτομή)/πνεύμονα. Βλ. -εκτομή.
  • τμηματικός , ή, ό τμη-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με κάποιο τμήμα: ~ός: υπεύθυνος. ~ές: βιβλιοθήκες/εκλογές/επιτροπές. Βλ. δια~. 2. που εκτελείται σταδιακά, που λαμβάνει χώρα κατά τμήματα: ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) προγραμματισμός. ~ή: αποστολή (ενημερωτικών σημειωμάτων)/εξόφληση (των φόρων)/θητεία/καταβολή ποσού. ~ό: ωράριο. ~ές: εξετάσεις/πληρωμές. ΣΥΝ. αποσπασματικός, μερικός ΑΝΤ. συνολικός ● επίρρ.: τμηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
  • τμηματοποίηση τμη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαίρεση, διαχωρισμός συνόλου σε τμήματα: ~ της αγοράς (: σε ομάδες καταναλωτών). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εικόνων. Πβ. κατάτμηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. segmentation]

-άρχης

-άρχης{-άρχη (λόγ.) -άρχου, κλητ. (λόγ.) -άρχα | -αρχών} επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. τον επικεφαλής, τον προϊστάμενο: επιτελ~/ομαδ~.|| Λιμεν~/λυκει~/νομ~/περιφερει~/φροντιστηρι~.|| (τον ηγεμόνα:) Μον~. Πλανητ~. 2. το πρώτο στην τάξη μέλος ή τον παλαιότερο πρόγονο: πατρι~.|| Γεν~. 3. τον ιδιοκτήτη: εργοστασι~/καναλ~/λεσχι~/μιντι~

-εκτομή

-εκτομή& -εκτομία: ΙΑΤΡ. β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει την αφαίρεση με χειρουργική τομή του οργάνου ή τμήματος που δηλώνεται με το α' συνθετικό: εντερ~/ηπατ~/λαρυγγ~/μαστ~/ογκ~.

ευθύγραμμος

ευθύγραμμος, η, ο [εὐθύγραμμος] ευ-θύ-γραμ-μος επίθ.: που σχηματίζει ευθεία ή βρίσκεται σε ευθεία: ~ος: αγωγός. ~η: σκάλα. Πβ. ίσιος.|| (ΦΥΣ.) ~η: διάδοση (του φωτός)/πορεία/τροχιά. ~η ομαλή κίνηση (: την οποία εκτελεί σώμα κινούμενο σε ευθεία, με σταθερή ταχύτητα).|| (ΓΕΩΜ.) ~ο: σχήμα (: που αποτελείται από ~α τμήματα. ΑΝΤ. καμπυλωτός). Βλ. καμπυλόγραμμος. ΣΥΝ. ευθύς (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ευθύγραμμο τμήμα: ΓΕΩΜ. τμήμα ευθείας γραμμής που ορίζεται από δύο σημεία (τα άκρα): μεσοκάθετος ~ου ~ατος. Βλ. διάνυσμα. [< αρχ. εὐθύγραμμος]

κλάδος

κλάδοςκλά-δος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αυτόνομο τμήμα, τομέας ενός ευρύτερου οργανωμένου συνόλου (διοικητικού, επαγγελματικού, επιστημονικού, μορφωτικού ή οικονομικού): ακμάζων/ανεπτυγμένος/ανταγωνιστικός/νευραλγικός ~. Ο ακαδημαϊκός/βιομηχανικός/δημοσιοϋπαλληλικός/δικαστικός/διπλωματικός/εκπαιδευτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/ιατρικός/κατασκευαστικός/ξενοδοχειακός/παραγωγικός/τεχνικός/τραπεζικός/φαρμακευτικός ~. Ο ~ της αγοράς/ασφάλισης (= ασφαλιστικός ~)/της Υγείας. Ανάκαμψη/ δυναμικότητα ενός ~ου. Εισφορά/παροχές ~ου ασθενείας. ~οι υπηρεσιών. Σε φάση αναδιάρθρωσης βρίσκεται ο ~ της ιχθυοκαλλιέργειας. Πτωτικά κινήθηκε ο δείκτης του ~ου των τηλεπικοινωνιών.|| (ειδικότ., για σωματείο επαγγελματιών) Ο ~ των Φιλολόγων. Τα αιτήματα/συμφέροντα ενός ~ου. Βλ. όμιλος, ομοσπονδία, συνδικαλιστής, συντεχνία.|| Ο ~ των Μαθηματικών. ~οι σπουδών. 2. (λόγ.) κλαδί. || (κατ' επέκτ.) Γενεαλογικός/οικογενειακός ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~οι αρτηρίας/νεύρων/φλέβας. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς βλ. ελαία ● ΦΡ.: μετά βαΐων και κλάδων βλ. βάγια [< 1: γαλλ. branche, rameau 2: μτγν. κλάδος]

μεταγωγή

μεταγωγήμε-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά κρατουμένου με αστυνομική συνοδεία από ένα μέρος σε άλλο: Ο εισαγγελέας ζήτησε τη ~ του στην ψυχιατρική κλινική των φυλακών ... 2. μεταφορά δεδομένων, ηλεκτρικής ενέργειας, γενετικού υλικού: (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.-ΤΕΧΝΟΛ.) αυτόματη/οπτική ~. ~ κυκλώματος/μηνυμάτων/πακέτου. Δίκτυο/κέντρο ~ής. Πβ. διαβίβαση, δρομολόγηση. Βλ. δια~.|| (ΒΙΟΛ.) Ενδοκυττάρια ~ σήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: τμήμα μεταγωγών (κ. με κεφαλ. Τ, Μ): αστυνομική υπηρεσία όπου οδηγούνται προσωρινά οι κρατούμενοι, για να μεταφερθούν στη συνέχεια σε φυλακές ή δικαστήριο. [< μτγν. μεταγωγή ‘μεταφορά, μετατόπιση’, γαλλ. transfert, αγγλ. switching]

-ποίηση

-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.

πολυδύναμος

πολυδύναμος, η, ο πο-λυ-δύ-να-μος επίθ. 1. που έχει πολλές δυνατότητες ή δυνάμεις: ~ος: δάσκαλος/πολιτιστικός χώρος. ~η: μονάδα/ομάδα (ειδικών). ~ο: ιατρείο (= πολυϊατρείο)/(αθλητικό) κέντρο. Πβ. πολυλειτουργικός, πολυσθενής. Βλ. αδύναμος. 2. ΦΑΡΜΑΚ. (για εμβόλιο ή ορό) που είναι αποτελεσματικό(ς) στην καταπολέμηση πολλών παθογόνων παραγόντων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα (παλαιότ.): αρμόδιο για πολλούς δήμους. [< 1: μτγν. πολυδύναμος, γαλλ. polyvalent, 1902 2: αγγλ. polyvalent, 1904]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.