-άρχης{-άρχη (λόγ.) -άρχου, κλητ. (λόγ.) -άρχα | -αρχών} επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. τον επικεφαλής, τον προϊστάμενο: επιτελ~/ομαδ~.|| Λιμεν~/λυκει~/νομ~/περιφερει~/φροντιστηρι~.|| (τον ηγεμόνα:) Μον~. Πλανητ~. 2. το πρώτο στην τάξη μέλος ή τον παλαιότερο πρόγονο: πατρι~.|| Γεν~. 3. τον ιδιοκτήτη: εργοστασι~/καναλ~/λεσχι~/μιντι~
-εκτομή& -εκτομία: ΙΑΤΡ. β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει την αφαίρεση με χειρουργική τομή του οργάνου ή τμήματος που δηλώνεται με το α' συνθετικό: εντερ~/ηπατ~/λαρυγγ~/μαστ~/ογκ~.
ευθύγραμμος, η, ο [εὐθύγραμμος] ευ-θύ-γραμ-μος επίθ.: που σχηματίζει ευθεία ή βρίσκεται σε ευθεία: ~ος: αγωγός. ~η: σκάλα. Πβ. ίσιος.|| (ΦΥΣ.) ~η: διάδοση (του φωτός)/πορεία/τροχιά. ~η ομαλή κίνηση (: την οποία εκτελεί σώμα κινούμενο σε ευθεία, με σταθερή ταχύτητα).|| (ΓΕΩΜ.) ~ο: σχήμα (: που αποτελείται από ~α τμήματα. ΑΝΤ. καμπυλωτός). Βλ. καμπυλόγραμμος. ΣΥΝ. ευθύς (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ευθύγραμμο τμήμα: ΓΕΩΜ. τμήμα ευθείας γραμμής που ορίζεται από δύο σημεία (τα άκρα): μεσοκάθετος ~ου ~ατος. Βλ. διάνυσμα. [< αρχ. εὐθύγραμμος]
κλάδοςκλά-δος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αυτόνομο τμήμα, τομέας ενός ευρύτερου οργανωμένου συνόλου (διοικητικού, επαγγελματικού, επιστημονικού, μορφωτικού ή οικονομικού): ακμάζων/ανεπτυγμένος/ανταγωνιστικός/νευραλγικός ~. Ο ακαδημαϊκός/βιομηχανικός/δημοσιοϋπαλληλικός/δικαστικός/διπλωματικός/εκπαιδευτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/ιατρικός/κατασκευαστικός/ξενοδοχειακός/παραγωγικός/τεχνικός/τραπεζικός/φαρμακευτικός ~. Ο ~ της αγοράς/ασφάλισης (= ασφαλιστικός ~)/της Υγείας. Ανάκαμψη/ δυναμικότητα ενός ~ου. Εισφορά/παροχές ~ου ασθενείας. ~οι υπηρεσιών. Σε φάση αναδιάρθρωσης βρίσκεται ο ~ της ιχθυοκαλλιέργειας. Πτωτικά κινήθηκε ο δείκτης του ~ου των τηλεπικοινωνιών.|| (ειδικότ., για σωματείο επαγγελματιών) Ο ~ των Φιλολόγων. Τα αιτήματα/συμφέροντα ενός ~ου. Βλ. όμιλος, ομοσπονδία, συνδικαλιστής, συντεχνία.|| Ο ~ των Μαθηματικών. ~οι σπουδών. 2. (λόγ.) κλαδί. || (κατ' επέκτ.) Γενεαλογικός/οικογενειακός ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~οι αρτηρίας/νεύρων/φλέβας. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς βλ. ελαία ● ΦΡ.: μετά βαΐων και κλάδων βλ. βάγια [< 1: γαλλ. branche, rameau 2: μτγν. κλάδος]
μεταγωγήμε-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά κρατουμένου με αστυνομική συνοδεία από ένα μέρος σε άλλο: Ο εισαγγελέας ζήτησε τη ~ του στην ψυχιατρική κλινική των φυλακών ... 2. μεταφορά δεδομένων, ηλεκτρικής ενέργειας, γενετικού υλικού: (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.-ΤΕΧΝΟΛ.) αυτόματη/οπτική ~. ~ κυκλώματος/μηνυμάτων/πακέτου. Δίκτυο/κέντρο ~ής. Πβ. διαβίβαση, δρομολόγηση. Βλ. δια~.|| (ΒΙΟΛ.) Ενδοκυττάρια ~ σήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: τμήμα μεταγωγών (κ. με κεφαλ. Τ, Μ): αστυνομική υπηρεσία όπου οδηγούνται προσωρινά οι κρατούμενοι, για να μεταφερθούν στη συνέχεια σε φυλακές ή δικαστήριο. [< μτγν. μεταγωγή ‘μεταφορά, μετατόπιση’, γαλλ. transfert, αγγλ. switching]
-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.
πολυδύναμος, η, ο πο-λυ-δύ-να-μος επίθ. 1. που έχει πολλές δυνατότητες ή δυνάμεις: ~ος: δάσκαλος/πολιτιστικός χώρος. ~η: μονάδα/ομάδα (ειδικών). ~ο: ιατρείο (= πολυϊατρείο)/(αθλητικό) κέντρο. Πβ. πολυλειτουργικός, πολυσθενής. Βλ. αδύναμος. 2. ΦΑΡΜΑΚ. (για εμβόλιο ή ορό) που είναι αποτελεσματικό(ς) στην καταπολέμηση πολλών παθογόνων παραγόντων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα (παλαιότ.): αρμόδιο για πολλούς δήμους. [< 1: μτγν. πολυδύναμος, γαλλ. polyvalent, 1902 2: αγγλ. polyvalent, 1904]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ