τομάρι το-μά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) ο εαυτός, η ζωή του ανθρώπου: Μόνο για το ~ του νοιάζεται/κοιτάει μόνο το ~ του (: είναι ατομιστής, εαυτούλης, φιλοτομαριστής). Πάνω απ' όλους βάζει το ~ του.2. (υβριστ.) παλιάνθρωπος, κάθαρμα: πουλημένο ~. ΣΥΝ. αλήτης (1), απόβρασμα, καθίκι (1), μούτρο (2), παλιοτόμαρο, τσογλάνι 3. δέρμα ζώου: ~ αρκούδας/λύκου. ~ από αρνί/κατσίκι. Γδέρνω το ~. Πβ. δορά, πετσί. Βλ. γούνα, προβιά. ● ΦΡ.: πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου: αντιστέκομαι σθεναρά στους αντιπάλους μου, προτού υποκύψω: Δεν θα μας πιάσουν έτσι εύκολα, θα πουλήσουμε ~ ~ μας., σώζω/γλιτώνω το τομάρι μου (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): ξεφεύγω από μεγάλο κίνδυνο, ιδ. θανάσιμο, με κάθε τρόπο. [< 3: μεσν. τομάρι < πβ. τομάριον ΄μικρός τόμος’]
γούνα
γούναγού-να ουσ. (θηλ.) 1. το πυκνό και μαλακό τρίχωμα ορισμένων θηλαστικών ή/και το δέρμα που καλύπτεται από αυτό: ~ αλεπούς/αρκούδας/βιζόν. Ζώο με απαλή/ωραία ~. Η γάτα γλείφει/καθαρίζει τη ~ της.2. (κυρ. συνεκδ.) κατεργασμένη γούνα και το ένδυμα, ιδ. παλτό, που κατασκευάζεται από αυτή ή αποτελεί απομίμησή της: γιακάς/καπέλο/μανσόν από ~. Βλ. αστρακάν, ρενάρ.|| Αληθινή (= φυσική)/οικολογική/συνθετική (= τεχνητή, ψεύτικη) ~. Βάζω/φορώ τη ~ μου. Τυλιγμένη με τη ~ της. Κατάστημα με ~ες και δερμάτινα είδη. ● Υποκ.: γουνάκι (το), γουνίτσα (η) ● ΦΡ.: έχω ράμματα για τη γούνα (κάποιου) (προφ.): (συνήθ. ως απειλή) έχω επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του: Μη μου αντιμιλάς, γιατί ~ ~ σου!, καίω τη γούνα (κάποιου) (μτφ.-προφ.): βλάπτω, ζημιώνω: Οι αποκαλύψεις τού έκαψαν τη γούνα.|| Έχει καεί η γούνα μου πολλές φορές (: την έχω πάθει, πατήσει). Πβ. τσουρουφλίζω. [< μεσν. γούνα < λατ. gunna]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.