Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τουλουμοτύρι του-λου-μο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό, κοκκώδες, πικάντικο τυρί από γάλα αιγοπροβάτων που παρασκευάζεται με τρόπο όμοιο με τη φέτα και αποθηκεύεται σε τουλούμια.