Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τουρισμός του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ταξίδι σε τόπο διαφορετικό από εκείνον της μόνιμης κατοικίας, συνήθ. για αναψυχή, ξεκούραση ή επίσκεψη σε διάφορα αξιοθέατα: αειφόρος/αεραθλητικός/αλιευτικός/αρχαιολογικός/γαμήλιος/γλωσσικός/εικαστικός/εκπαιδευτικός/εξωτερικός/επαγγελματικός/εποχιακός/εσωτερικός/θαλάσσιος/θερινός/ιατρικός/ιππικός (= ιπποτουρισμός)/καταδυτικός/λογοτεχνικός/μαθητικός/μοναστηριακός/οικογενειακός/ορειβατικός/ορεινός/παγκόσμιος/παραθαλάσσιος/περιβαλλοντικός/περιπατητικός/ποιοτικός/προσβάσιμος/σχολικός/φυσιολατρικός/χειμερινός ~. ~ κινήτρων/περιπέτειας/των πόλεων (αστικός ~)/πολυτελείας/τρίτης ηλικίας/υγείας. Γεωλογικός ~ (= γεωτουρισμός). Συνεδριακός και εκθεσιακός ~. Ειδικές/εναλλακτικές μορφές ~ού. Υπερβολικός ~ (= υπερτουρισμός). Υπουργείο ~ού. Βλ. διακοπές, οινο~, παραθερισμός.|| (προφ.-ειρων.) Η ομάδα πάει για να νικήσει και όχι για ~ό. Βλ. -ισμός. 2. το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη μετακίνηση τουριστών: διεθνής ~. Γραφείο (γενικού)/διεθνής έκθεση/τομέας/υπηρεσίες ~ού. Ελληνικός/Παγκόσμιος Οργανισμός ~ού. 3. τουριστική κίνηση: Ο ~ αυξήθηκε φέτος. ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτικός τουρισμός: αγροτουρισμός., αθλητικός τουρισμός: που συνδυάζεται με παρακολούθηση αθλητικών διοργανώσεων ή συμμετοχή σε αθλητική δραστηριότητα., αναπαραγωγικός τουρισμός: ταξίδι ζευγαριού με στόχο την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή σε χώρα άλλη από αυτή της χώρας προέλευσης των πιθανών γονέων, που γίνεται για νομικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς ή πρακτικούς λόγους., διαστημικός τουρισμός: ταξίδι στο Διάστημα για λόγους αναψυχής. [< αμερικ. space tourism, 1967] , ηθικός τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. οικοτουρισμός., ιαματικός/θεραπευτικός τουρισμός: εναλλακτική μορφή τουρισμού που αναπτύσσεται σε λουτροπόλεις και περιοχές με ιαματικές πηγές, με σκοπό τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων ή τη διατήρηση της καλής κατάστασης του οργανισμού., οικολογικός τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. οικοτουρισμός., πολιτιστικός τουρισμός: που πραγματοποιείται με συμμετοχή σε πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες., γαστρονομικός τουρισμός βλ. γαστρονομικός, εναλλακτικός τουρισμός βλ. εναλλακτικός, ήπιος τουρισμός βλ. ήπιος, θεματικός τουρισμός βλ. θεματικός1, θρησκευτικός τουρισμός βλ. θρησκευτικός, κοινωνικός τουρισμός βλ. κοινωνικός, μαζικός τουρισμός βλ. μαζικός1 [< γαλλ. tourisme, 1841 < αγγλ. tourism, 1811]

γαστρονομικός

γαστρονομικός, ή, ό γα-στρο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γαστρονομία: ~ός: οδηγός (βλ. τσελεμεντές)/πολιτισμός. ~ή: κουλτούρα/παράδοση. ~ές: απολαύσεις/προκλήσεις. Πβ. γκουρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρονομικός τουρισμός: που έχει ως κίνητρο την απόκτηση γαστρονομικών εμπειριών και την ανακάλυψη των εδεσμάτων και των διατροφικών συνηθειών μιας περιοχής. Βλ. οινοτουρισμός. [< γαλλ. gastronomique, αγγλ. gastronomic]

διακοπές

διακοπέςδι-α-κο-πές ουσ. (θηλ.) (οι) 1. χρονική περίοδος κατά την οποία ένα άτομο διακόπτει την εργασία του, παίρνει την άδειά του και συνήθ. μετακινείται από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει· συνεκδ. ταξίδι αναψυχής: Οργανώνω/προγραμματίζω τις ~ μου. Κάνω ~ (= διακοπάρω, διακοπεύω, παραθερίζω).|| Εναλλακτικές/θεματικές/καλοκαιρινές/οικογενειακές/οικονομικές/σπαστές ~. ~ στο βουνό/στη θάλασσα. Κόστος/οδηγός/προσφορές/προτάσεις ~ών.|| (ως ευχή) Καλές ~! Βλ. βραχιολάκι, διακοποδάνειο, (κοινωνικός) τουρισμός. 2. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, εκπαιδευτικά ιδρύματα παραμένουν κλειστά: σχολικές ~. Οι ~ του Πάσχα/των Χριστουγέννων. Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό λόγω ~ών. Αύγουστος, ο μήνας των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: τμήμα (θερινών) διακοπών της Βουλής: κοινοβουλευτικό σώμα, με περιορισμένο αριθμό βουλευτών, που συνεδριάζει τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο: Α'/Β'/Γ' ~ ~. [< γαλλ. vacances]

εναλλακτικός

εναλλακτικός, ή, ό [ἐναλλακτικός] ε-ναλ-λα-κτι-κός επίθ. 1. διαφορετικός ή αντίθετος από το καθιερωμένο και συμβατικό· μη θεσμοθετημένος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: διαχείριση απορριμμάτων/ενημέρωση (μέσω ίντερνετ)/θεραπεία/κοινότητα//πολιτική/τεχνολογία (βλ. οικονομικός, οικολογικός). ~ό: αυτοκίνητο/θέατρο/ροκ/σχολείο/φεστιβάλ. ~ές: διακοπές. ~ά: (ΠΟΛΙΤ.) κινήματα. Πβ. αλτέρνατιβ, πρωτοποριακός. 2. που μπορεί να διαδεχθεί ή να αντικαταστήσει κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: επιλογή/μέθοδος/πρόταση. ~ό: σχέδιο. ~οί: τρόποι (επίλυσης των διαφορών). ~ές: δυνατότητες. Βλ. διαδοχικός, περιοδικός.|| (ως ουσ.) Δεν έχει άλλη/καμία ~ή (ενν. λύση). ● ΣΥΜΠΛ.: Εναλλακτική Αγορά : ΟΙΚΟΝ. μη οργανωμένη αγορά του Χρηματιστηρίου, στην οποία συμμετέχουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις., εναλλακτική ιατρική: που υποκαθιστά τις συμβατικές ιατρικές θεραπείες, κυρ. τη χρήση φαρμάκων. Βλ. ομοιοπαθητική, βελονισμός, ρεφλεξολογία, συμπληρωματική ιατρική, χειροπρακτική. [< αγγλ. alternative medicine, 1972] , εναλλακτική στέγη: ΝΟΜ. προσωρινή ή μόνιμη κατοικία που παρέχεται σε μέλη συνόλου που εκδιώχθηκαν ή αποχώρησαν λόγω γενικής κρίσης από τα σπίτια όπου διέμεναν., εναλλακτικός τουρισμός: το σύνολο των ολοκληρωμένων τουριστικών υπηρεσιών, οι οποίες στηρίζονται σε οικολογικά ανεκτές και ήπιες δραστηριότητες, ενώ αναδεικνύουν, χωρίς να καταστρέφουν, το φυσικό κάλλος μιας περιοχής: ορεινός ~ ~. Βλ. θεματικός τουρισμός, οικοτουρισμός., ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, εναλλακτικά καύσιμα βλ. καύσιμα, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο [< μτγν. ἐναλλακτικός ‘αυτός που διαφοροποιεί’, γαλλ. alternatif, αγγλ. alternative]

ήπιος

ήπιος, α, ο [ἤπιος] ή-πι-ος επίθ. 1. που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση, θυμό ή ξεσπάσματα οργής· ήρεμος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= πράος).|| ~ος: διάλογος/τόνος (φωνής) (: χαλαρή)/χαρακτηρισμός (ΑΝΤ. βαρύς). ~α: αντίδραση/κριτική/παρέμβαση. Πβ. μειλίχιος. 2. που δεν είναι δριμύς ή έντονος, βαρύς: (για καιρικά φαινόμενα) ~ος: καιρός/χειμώνας. ~α: ζέστη. ~οι: άνεμοι (ΑΝΤ. δυνατοί, σφοδροί).|| ~α: γεύση. ~α: φάρμακα. Πβ. ελαφρύς, μαλακός. 3. (για παθολογικές καταστάσεις) που δεν είναι οξείας ή σοβαρής μορφής: ~ος: πόνος. ~ες: κακώσεις (ΑΝΤ. βαριές). ● επίρρ.: ήπια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: ήπιες μορφές/πηγές ενέργειας: ΟΙΚΟΛ. ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. [< αγγλ. soft forms of energy] , ήπιο κλίμα 1. κλιματολογικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από σχετικά ζεστούς χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. 2. (μτφ.) κατάσταση χωρίς ένταση και αντιπαραθέσεις: συζήτηση σε ~ ~ (ΑΝΤ. τεταμένο, φορτισμένο)., ήπιος τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. μορφή εναλλακτικού τουρισμού που δεν επιβαρύνει το περιβάλλον. Πβ. οικοτουρισμός. [< αγγλ. soft tourism] ● ΦΡ.: χαμηλοί τόνοι βλ. τόνος1 [< αρχ. ἤπιος, γαλλ. doux]

θεματικός1

θεματικός1, ή, ό θε-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε αντικείμενο μελέτης, συζήτησης ή οργανώνεται κατά θέματα: ~ός: άξονας/πυρήνας (προγράμματος). ~ή: ανάλυση/ενότητα/κατεύθυνση/κατηγορία/περίοδος ή πρόταση (: που περιέχει το θέμα της παραγράφου)/ύλη. ~ό: πεδίο/πλαίσιο.|| ~ός: διαχωρισμός/κατάλογος/κύκλος/πίνακας. ~ή: κατάταξη/ομάδα. ~ό: ευρετήριο/λεξικό/σεμινάριο. ~ές: βραδιές/δράσεις/συναντήσεις. ~ διαγωνισμός ζωγραφικής/οδηγός νομοθετημάτων. ~οί τομείς έρευνας/κατάρτισης. Πβ. θεματογραφ-, θεματολογ-ικός.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή πύλη (ηλεκτρονικής) βιβλιοθήκης/ελεύθερου λογισμικού. Βλ. δια~. ● Ουσ.: θεματική (η) (απαιτ. λεξιλόγ.): σύνολο υπό εξέταση θεμάτων, θέμα, ιδιαίτερα ως προς τη συνθετότητά του: η πλούσια ~ του συνεδρίου. Η κύρια ~ ενός έργου (πβ. προβληματική). Συλλογή ποικίλης ~ής. Διευρύνει τη ~ της. Η ~ του απλώνεται/εκτείνεται/επικεντρώνεται σε ... Πβ. θεματογραφία, θεματολογία. [< γαλλ. thématique, 1936, γερμ. Thematik] ● επίρρ.: θεματικά ● ΣΥΜΠΛ.: θεματικός τουρισμός: που συνδέεται με συγκεκριμένο σκοπό ή γίνεται σε ορισμένο γεωγραφικό περιβάλλον ή σε προσδιορισμένη εποχή του χρόνου. Βλ. αγρο-, οικο-τουρισμός, εναλλακτικός τουρισμός., θεματικός χάρτης: ΤΟΠΟΓΡ. στον οποίο αναπαρίστανται συγκεκριμένα τοπογραφικά ή υδρογραφικά χαρακτηριστικά περιοχής., θεματική εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια, θεματικό πάρκο βλ. πάρκο, θεματικός χαρτογράφος βλ. χαρτογράφος [< γαλλ. thématique, γερμ. thematisch]

θρησκευτικός

θρησκευτικός, ή, ό θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θρησκεία: ~ός: ηγέτης/πλουραλισμός. ~ή: αγωγή/ελευθερία/εξουσία/ζωή/κοινότητα/μουσική/οργάνωση/παιδεία/παράδοση/πίστη/ποίηση. ~ό: δόγμα/καθήκον/πνεύμα/σύμβολο/συναίσθημα. ~οί: ύμνοι. ~ές: ανάγκες. ~ά: κτίρια (βλ. ναός, τέμενος). Πβ. εκκλησιαστ-, θεολογ-ικός. Βλ. αντι~, ηθικο~, μετα~, παρα~. ΑΝΤ. κοσμικός (2) ● επίρρ.: θρησκευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θρησκευτικός λειτουργός: ιερέας., θρησκευτικός τουρισμός: οργάνωση επισκέψεων σε θρησκευτικά μνημεία., (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση βλ. μεταρρύθμιση, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, θρησκευτικός γάμος βλ. γάμος, ιερός/θρησκευτικός πόλεμος βλ. ιερός ● ΦΡ.: με θρησκευτική ευλάβεια βλ. ευλάβεια [< μτγν. θρησκευτικός]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

κοινωνικός

κοινωνικός, ή, ό κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοινωνία και τα μέλη της: ~ός: θεσμός/πολιτισμός/ρατσισμός/τομέας/φορέας/χαρακτήρας. ~ή: αλλαγή/αλληλεπίδραση/ανάπτυξη/άνοδος/βελτίωση/διαστρωμάτωση/διαφοροποίηση/ειρήνη/ελίτ/ευημερία/ζωή/ιεραρχία/καταξίωση/κρίση/μειονότητα/οργάνωση/παθογένεια/πραγματικότητα/πρόοδος/προσαρμογή/συμπεριφορά. ~ό: αγαθό/ζήτημα/θέμα/σύνολο/σύστημα. ~οί: δεσμοί/παράγοντες. ~ές: αντιθέσεις/δεξιότητες/εντάσεις/εξελίξεις/συγκρούσεις/συμβάσεις/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: δεδομένα/στρώματα/φαινόμενα. Βλ. ατομικός, ψυχο~.|| Ο άνθρωπος αποτελεί ~ό όν (: έχει την τάση να δημιουργεί κοινωνίες και να ζει σε αυτές). ~ά: έντομα (π.χ. οι μέλισσες). 2. που αναφέρεται ή στοχεύει στη βελτίωση της ζωής σε μια κοινωνία: ~ός: εθελοντισμός/σχεδιασμός/φιλελευθερισμός/χάρτης (: που περιέχει τα θεμελιώδη ~ά δικαιώματα των εργαζομένων). ~ή: απασχόληση/ατζέντα/βοήθεια/δράση/έρευνα/ευαισθητοποίηση/μέριμνα/νομοθεσία/προσφορά/συνεισφορά/υγεία/φροντίδα. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/πρόγραμμα. ~οί: αγώνες. ~ές: κατακτήσεις/παροχές/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: μέτρα. Δίκτυο ~ής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών. Ευρωπαϊκό ~ό Ταμείο (ακρ. ΕΚΤ). Τμήμα ~ής Διοίκησης/Εργασίας. Ο ~ ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης.|| (για τη στήριξη ευπαθών ομάδων) ~ό: ιατρείο/παντοπωλείο/φαρμακείο. 3. (για πρόσ.) που έχει πολλές (κοινωνικές) συναναστροφές ή που χαρακτηρίζεται από τάση και επιθυμία για γνωριμία με άλλους ανθρώπους: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Είναι πολύ ~, κάνει πολύ εύκολα φίλους. Πβ. κοσμικός. ΣΥΝ. εξωστρεφής ΑΝΤ. ακοινώνητος (1), αντικοινωνικός (2), απόμακρος (2), μονόχνοτος 4. που αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα ή/και προβλήματα: ~ή: (τηλεοπτική) σειρά/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα/σίριαλ. Μήνυμα ~ού περιεχομένου. ● Ουσ.: κοινωνικά (τα): (στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο) στήλη με αγγελίες γεννήσεων, γάμων, θανάτων ή άλλων κοινωνικών γεγονότων. ● επίρρ.: κοινωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός/αποκλεισμένος/απομονωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση & σόσιαλ μίντια: ΔΙΑΔΙΚΤ. τρόπος διαδραστικότητας που επιτρέπει στους χρήστες να επικοινωνούν εικονικά, να δημιουργούν περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να το μοιράζονται με άλλους χρήστες: ιστότοποι/κοινότητες/μέσα/πλατφόρμες/υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα/μέσα (βλ. ίνσταγκραμ, τουίτερ, φέισμπουκ). Βλ. ιμέιλ, τσατ. [< αγγλ. social networking, 1998, social media, 2004] κοινωνικές επιστήμες: που έχουν ως αντικείμενο τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία των (ανθρώπινων) κοινωνιών καθώς και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Βλ. ανθρωπο-, κοινωνιο-, ψυχο-λογία., κοινωνική δικαιοσύνη: ισότητα μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (στην οικονομία, τη μόρφωση)· ειδικότ. η κατανομή των υλικών αμοιβών με βάση ηθικές και κοινώς αποδεκτές αρχές: αγώνας για ~ ~. Πολιτική ~ής ~ης, κοινωνική δομή: η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης μιας κοινωνίας (με θεσμούς, οικονομικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις): η ~ ~ μιας αρχαιοελληνικής πόλης/της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας/ενός ευρωπαϊκού κράτους., κοινωνική εργασία 1. εφαρμοσμένη επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών με στόχο την κοινωνική ευημερία· συνεκδ. το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού: Τμήμα ~ής ~ας. 2. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης στα πλαίσια της εναλλακτικής θητείας και γενικότ. κάθε εθελοντική εργασία που παρέχεται συνήθ. σε νοσοκομεία, κοινωφελή ιδρύματα και φυλακές., κοινωνική θέση: η θέση ενός ατόμου ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας με βάση τον κοινωνικό ρόλο που έχει ή σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά κριτήρια (π.χ. οικονομική κατάσταση, επάγγελμα, μόρφωση): υψηλή/χαμηλή ~ ~. Η ~ ~ της γυναίκας σήμερα., κοινωνική κινητικότητα: η μεταβολή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του (π.χ. ένας φτωχός που γίνεται πλούσιος και αντίστροφα). [< αγγλ. social mobility, 1927] , κοινωνική συνείδηση: το ενδιαφέρον για τα προβλήματα της κοινωνίας και των μελών της, που συχνά συνοδεύεται από ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους., κοινωνική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ψυχοκοινωνιολογία. Βλ. δυναμική της ομάδας. [< αγγλ. social psychology] , κοινωνικοί εταίροι : ΠΟΛΙΤ. (κυρ. για συλλογικές διαπραγματεύσεις) οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή συχνότ. οι εκπρόσωποί τους: εθνικοί/Ευρωπαίοι ~ ~. Οικονομικοί και ~ ~. Διάλογος με ~ούς ~ους. Βλ. συνομιλητής., κοινωνικοί κανόνες: που περιέχουν πρότυπα αποδεκτής από την κοινωνία συμπεριφοράς και δράσης: άγραφοι ~ ~., κοινωνικός διάλογος: που γίνεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων για την επίλυση εργασιακών ζητημάτων: ~ ~ για την προώθηση της απασχόλησης., κοινωνικός τουρισμός: κρατικός θεσμός με τον οποίο παρέχονται φτηνές ή δωρεάν διακοπές σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων (οικονομικά ασθενείς, άτομα με ειδικές ανάγκες): εσωτερικός/ευρωπαϊκός ~ ~. Δελτίο/εισιτήρια/πρόγραμμα ~ού ~ού. ~ ~ για αγρότες/για την τρίτη ηλικία., (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη, κοινωνικές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κοινωνικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, κοινωνική αλληλεγγύη βλ. αλληλεγγύη, κοινωνική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, κοινωνική ανισότητα βλ. ανισότητα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κοινωνική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, κοινωνική ασφάλιση βλ. ασφάλιση, κοινωνική ένταξη βλ. ένταξη, κοινωνική μητέρα βλ. μητέρα, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία, κοινωνική ομάδα βλ. ομάδα, κοινωνική πολιτική βλ. πολιτική, κοινωνική πρόνοια βλ. πρόνοια, κοινωνική προστασία βλ. προστασία, κοινωνική συνοχή βλ. συνοχή, κοινωνική τάξη βλ. τάξη, κοινωνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, κοινωνικό κράτος βλ. κράτος, κοινωνικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, κοινωνικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, κοινωνικό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, κοινωνικό φύλο βλ. φύλο, κοινωνικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, κοινωνικός αυτοματισμός βλ. αυτοματισμός, κοινωνικός δαρβινισμός βλ. δαρβινισμός, κοινωνικός έλεγχος βλ. έλεγχος, κοινωνικός ιστός βλ. ιστός, κοινωνικός λειτουργός βλ. λειτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός, λαϊκή/κοινωνική συναίνεση βλ. συναίνεση [< αρχ. κοινωνικός, γαλλ. social, sociable]

μαζικός1

μαζικός1, ή, ό μα-ζι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ή αφορά μεγάλο αριθμό ανθρώπων: ~ός: αθλητισμός/αποκλεισμός/εκτοπισμός/εμβολιασμός/εποικισμός/ξεσηκωμός. ~ή: απήχηση/απόρριψη (π.χ. των αιτήσεων)/έξοδος (εκδρομέων)/κατανάλωση/προσέλευση/συμμετοχή. ~ό: κίνημα/όχι/"παρών"/φαινόμενο/φακέλωμα. ~οί: αγώνες/φορείς. ~ές: αντιδράσεις/απεργίες/απολύσεις/εκδηλώσεις/κινητοποιήσεις/μετακινήσεις/προσλήψεις. ~ά: κρούσματα/παράπονα/προγράμματα/συλλαλητήρια. Οι διαδηλώσεις έχουν προσλάβει ~ό χαρακτήρα/~ές διαστάσεις. Βλ. συλλογικός. 2. που αναφέρεται σε μεγάλη ποσότητα ή έκταση: ~ός: υπολογισμός. ~ή: αγορά/αποστολή/εξάλειψη (ειδών)/ζήτηση/παραγγελία/παραγωγή. ~οί: βομβαρδισμοί. ~ές: ιδιωτικοποιήσεις. ~ά: μηνύματα/προϊόντα. ● επίρρ.: μαζικά ● ΣΥΜΠΛ.: μαζικός αριθμός: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. σύνολο πρωτονίων και νετρονίων στον πυρήνα ενός ατόμου. [< αγγλ. mass number, 1923] , μαζικός τουρισμός: διακίνηση μεγάλου όγκου τουριστών μέσω οργανωμένων τουριστικών πακέτων, με συνέπεια την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Βλ. βραχιολάκι. [< γαλλ. tourisme de masse] , μαζική εξατομίκευση βλ. εξατομίκευση, μαζική κοινωνία βλ. κοινωνία, μαζική κουλτούρα βλ. κουλτούρα, μαζική υστερία βλ. υστερία, Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας βλ. μέσο, Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά, όπλα μαζικής καταστροφής βλ. όπλο [< γαλλ. en masse, massif, 1922, de masse, αγγλ. mass]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.