Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τουρλίδα τουρ-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. παρυδάτιο, αποδημητικό, μεγαλόσωμο άγριο πτηνό (γένος Numenius, οικογ. Scolopacidae) με ιδιαίτερη φωνή, καφέ-γκρι φτερά, λευκή ράχη και πολύ μακρύ κυρτό ράμφος.