Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τράβηγμα τρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραβώ: απαλό/απότομο/γερό/δυνατό/ελαφρύ/έντονο ~. ~ της λαβής/του μοχλού/της πόρτας/της σκανδάλης/σχοινιού. Tο ~ της κουρτίνας (: άνοιγμα ή κλείσιμο). Το ~ του σκάφους στην ξηρά (πβ. έλκυση, ρυμούλκηση). Πβ. έλξη.|| ~ των νερών στην παλίρροια (πβ. άμπωτη).|| ~ ευθείας. Πβ. σχεδίαση.|| ~ φύλλου/χαρτιού (από τράπουλα).|| ~ αυτιού (ως τιμωρία)/μαλλιών. ~ από το λουρί/χέρι.|| ~ γραμμής ρεύματος/καλωδίου/σύρματος (: σύνδεση με κεντρικό αγωγό).|| ~ του δέρματος (πβ. λίφτινγκ). 2. άντληση ή απορρόφηση: ~ καμινάδας/καπνοδόχου. Κουβάς για το ~ νερού από το πηγάδι.|| Το ~ του καπνού (πβ. ρούφηγμα). 3. λήψη ή γύρισμα: ~ ταινίας. ~ με κάμερα. Αυτόματο ~ φωτογραφίας. 4. ΤΥΠΟΓΡ. παραγωγή αντιτύπων από την ίδια τυπογραφική πλάκα. Πβ. τιράζ. 5. απότομο τέντωμα μυός· συνεκδ. ο πόνος ή/και το πιάσιμο που προκαλείται: Αισθάνθηκε ~ στη γάμπα/στο πόδι/στους προσαγωγούς/στον τετρακέφαλο.|| Έχω ένα ~ στον σβέρκο. Έπαθε/υπέστη ~. Βλ. θλάση. 6. (προφ.) ανάληψη χρημάτων. 7. διακεκομμένη συνουσία. ● τραβήγματα (τα): μπλεξίματα, φασαρίες: Το θέμα έληξε χωρίς ~. ΣΥΝ. τραβολογήματα ● Υποκ.: τραβηγματάκι (το) ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο

θλάση

θλάσηθλά-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τραυματισμός των ιστών, που προκαλείται συνήθ. από πτώση, χτύπημα ή συμπίεση: μυϊκή ~. ~ πρώτου/δεύτερου βαθμού. Έπαθε/υπέστη ~ στο γόνατο/στον καρπό/στους κοιλιακούς/στο πόδι/στον ώμο. ~ των μαλακών μορίων. Βλ. τράβηγμα.|| Εγκεφαλική ~ (πβ. εκχύμωση). [< αρχ. θλάσις]

μπλέξιμο

μπλέξιμομπλέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. ανακάτεμα πραγμάτων μεταξύ τους: ~ καλωδίων/κλαδιών/μαλλιών/σχοινιού. ΣΥΝ. μπέρδεμα (1) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα (1), ξέμπλεγμα 2. (μτφ.) ασαφής, προβληματική κατάσταση, σύγχυση: μεγάλο ~ με τα ονόματα. Οι οδηγίες προκαλούν ~ στους μη ειδικούς. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) 3. {κυρ. στον πληθ.} ανάμειξη σε προβληματική, ύποπτη υπόθεση: ~ σε σκάνδαλο. Ερωτικά/νομικά/οικονομικά/συναισθηματικά ~ίματα. ~ίματα με τα ναρκωτικά/τον υπόκοσμο (πβ. τραβολογήματα). Θες να γίνει κανένα ~ και να βρούμε τον μπελά μας; Πβ. εμπλοκή. ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα: έχω προβλήματα: Είχε ~ με την Αστυνομία/τους γείτονες/τη δικαιοσύνη/την εφορία. Δεν θέλω να τον απασχολώ, φτάνουν τα μπλεξίματα που έχει. Δεν τα βάζω μαζί τους, για να μην έχω ιστορίες/φασαρίες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.