τράβηγμα τρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραβώ: απαλό/απότομο/γερό/δυνατό/ελαφρύ/έντονο ~. ~ της λαβής/του μοχλού/της πόρτας/της σκανδάλης/σχοινιού. Tο ~ της κουρτίνας (: άνοιγμα ή κλείσιμο). Το ~ του σκάφους στην ξηρά (πβ. έλκυση, ρυμούλκηση). Πβ. έλξη.|| ~ των νερών στην παλίρροια (πβ. άμπωτη).|| ~ ευθείας. Πβ. σχεδίαση.|| ~ φύλλου/χαρτιού (από τράπουλα).|| ~ αυτιού (ως τιμωρία)/μαλλιών. ~ από το λουρί/χέρι.|| ~ γραμμής ρεύματος/καλωδίου/σύρματος (: σύνδεση με κεντρικό αγωγό).|| ~ του δέρματος (πβ. λίφτινγκ).2. άντληση ή απορρόφηση: ~ καμινάδας/καπνοδόχου. Κουβάς για το ~ νερού από το πηγάδι.|| Το ~ του καπνού (πβ. ρούφηγμα).3. λήψη ή γύρισμα: ~ ταινίας. ~ με κάμερα. Αυτόματο ~ φωτογραφίας.4. ΤΥΠΟΓΡ. παραγωγή αντιτύπων από την ίδια τυπογραφική πλάκα. Πβ. τιράζ.5. απότομο τέντωμα μυός· συνεκδ. ο πόνος ή/και το πιάσιμο που προκαλείται: Αισθάνθηκε ~ στη γάμπα/στο πόδι/στους προσαγωγούς/στον τετρακέφαλο.|| Έχω ένα ~ στον σβέρκο. Έπαθε/υπέστη ~. Βλ. θλάση.6. (προφ.) ανάληψη χρημάτων. 7. διακεκομμένη συνουσία. ● τραβήγματα (τα): μπλεξίματα, φασαρίες: Το θέμα έληξε χωρίς ~. ΣΥΝ. τραβολογήματα ● Υποκ.: τραβηγματάκι (το) ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο
θλάση
θλάσηθλά-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τραυματισμός των ιστών, που προκαλείται συνήθ. από πτώση, χτύπημα ή συμπίεση: μυϊκή ~. ~ πρώτου/δεύτερου βαθμού. Έπαθε/υπέστη ~ στο γόνατο/στον καρπό/στους κοιλιακούς/στο πόδι/στον ώμο. ~ των μαλακών μορίων. Βλ. τράβηγμα.|| Εγκεφαλική ~ (πβ. εκχύμωση). [< αρχ. θλάσις]
μπλέξιμο
μπλέξιμομπλέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. ανακάτεμα πραγμάτων μεταξύ τους: ~ καλωδίων/κλαδιών/μαλλιών/σχοινιού. ΣΥΝ. μπέρδεμα (1) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα (1), ξέμπλεγμα 2. (μτφ.) ασαφής, προβληματική κατάσταση, σύγχυση: μεγάλο ~ με τα ονόματα. Οι οδηγίες προκαλούν ~ στους μη ειδικούς. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) 3. {κυρ. στον πληθ.} ανάμειξη σε προβληματική, ύποπτη υπόθεση: ~ σε σκάνδαλο. Ερωτικά/νομικά/οικονομικά/συναισθηματικά ~ίματα. ~ίματα με τα ναρκωτικά/τον υπόκοσμο (πβ. τραβολογήματα). Θες να γίνει κανένα ~ και να βρούμε τον μπελά μας; Πβ. εμπλοκή. ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα: έχω προβλήματα: Είχε ~ με την Αστυνομία/τους γείτονες/τη δικαιοσύνη/την εφορία. Δεν θέλω να τον απασχολώ, φτάνουν τα μπλεξίματα που έχει. Δεν τα βάζω μαζί τους, για να μην έχω ιστορίες/φασαρίες.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.