Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τράγιος , α, ο τρά-γιος (λόγ.) τρά-γι-ος επίθ. (λαϊκό) & (λόγ.) τράγειος: τραγίσιος: ~α: κάπα (: από δέρμα τράγου). ~ο: κρέας. ● ΦΡ.: το κέρατό μου το τράγιο (υβριστ.): πανάθεμά με, ανάθεμα: ~ ~, τώρα βρήκα να αρρωστήσω; [< μεσν. τράγιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.