Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- τράπουλα τρά-που-λα ουσ. (θηλ.): σύνολο από πενήντα τέσσερα συνήθ. τραπουλόχαρτα σε δεσμίδα: ανακατεμένη/πλαστική ~. Επαγγελματικές ~ες. Κάρτες/φιγούρες/χαρτιά της ~ας. Μοίρασµα της ~ας. Παιχνίδια ~ας (: δηλωτή, εικοσιμία, κολτσίνα, πόκα, τριανταμία). Κόλπα/τρικ με ~. Ο παίκτης κόβει την ~ (στα δύο). Βλ. ταρό, χαρτοπαίγνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά βλ. σημαδεμένος ● ΦΡ.: ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. ανακατεύω [< ιταλ. trappola]
ανακατεύω
ανακατεύω[ἀνακατεύω] α-να-κα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανακάτ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, ανακατεύ-οντας} & (λαϊκό) ανακατώνω 1. ανακινώ κάτι, το αναμειγνύω με κάτι άλλο, συνήθ. με περιστροφικές κινήσεις: ~ τα αβγά με το λεμόνι/το νερό με τη ζάχαρη/τα υλικά/το φαΐ. ~ απαλά/γρήγορα/καλά/προσεκτικά. (σε συνταγές:) ~ετε το μείγμα με ξύλινη κουτάλα/σε χαμηλή φωτιά/στο μίξερ/στο μπολ, μέχρι να πήξει. ~εψε τα χρώματα μεταξύ τους/στην παλέτα. Πβ. αναδεύω. 2. (μτφ.) συνδέω ετερόκλιτα στοιχεία μεταξύ τους: ~ει το παραδοσιακό με το σύγχρονο/ποικίλα μουσικά είδη (ΑΝΤ. διαχωρίζω, ξεχωρίζω). Λαοί/πληθυσμοί που ~εύτηκαν (βλ. συγχωνεύω).|| Γιατί ~εις άσχετα θέματα στη συζήτηση; 3. διαταράσσω την τάξη, αναστατώνω, μπερδεύω: ~ τις σημειώσεις. Μην ~εις τα πράγματά μου (: μην τα κάνεις άνω-κάτω. ΑΝΤ. συγυρίζω, τακτοποιώ)! Το αεράκι ~ευε τα μαλλιά μας.|| (μτφ.) Τα 'χω ~έψει όλα μέσα μου/είναι όλα ανακατεμένα στο μυαλό μου και δεν βγάζω άκρη (πβ. συγχέω). Ήρθε να ~έψει/~ώσει την κατάσταση/τα πράγματα (: να προκαλέσει αναστάτωση). 4. εμπλέκω: Μη με ~εις, σε παρακαλώ! Εμένα τι με ~ετε στις προσωπικές σας υποθέσεις; Τον ~εψαν στο σκάνδαλο. 5. προκαλώ τάση για εμετό: Αυτό που έφαγα με ~εψε/μου ~εψε το στομάχι. ● Παθ.: ανακατεύομαι 1. (μτφ.) αναμειγνύομαι, μπλέκομαι: Τι θέλω και ~ σε ξένα χωράφια; Μην ~εσαι στη ζωή μου/στις δουλειές μου (= μην επεμβαίνεις, μη χώνεις τη μύτη σου)! Ουδέποτε ~εύτηκα με την πολιτική! Έχει ~ευτεί σε/με παράνομες δραστηριότητες.|| ~εύτηκε (= μπερδεύτηκε) με το πλήθος και χάθηκε. 2. έχω τάση για έμετο, νιώθω αναγούλα και κατ' επέκτ. αηδία, αποστροφή: ~ στο αεροπλάνο/αυτοκίνητο. Το πλοίο κουνούσε και ~εύτηκα. Άρχισα να ~ από το άγχος. ● ΦΡ.: ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά 1. αλλάζω τη σειρά των τραπουλόχαρτων: Κόβω, μοιράζω και ~ ~. 2. & ξαναμοιράζω την τράπουλα: (μτφ.) προκαλώ, επιφέρω αλλαγές, κάνω αναδιανομή ρόλων: Η ανάδυση νέων πολιτικών δυνάμεων ~εψε ~ της εξουσίας. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Ο προπονητής ~εψε ~ (: άλλαξε τη θέση των παικτών ή το σύστημα παιχνιδιού)., όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες (παροιμ.): όποιος αναμειγνύεται σε ξένες ή επικίνδυνες υποθέσεις, βρίσκεται στο τέλος μπλεγμένος., μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι [< μεσν. ανακατώνω]
σημαδεμένος
σημαδεμένος, η, ο ση-μα-δε-μέ-νος επίθ. 1. που φέρει αναγνωριστικό σημάδι: ~η: διαδρομή. ~ο: μονοπάτι. 2. (μτφ.) που έχει σημάδια λόγω αρρώστιας ή τραύματος: ~ο: πρόσωπο (πβ. βλογιοκομμένο)/σώμα.|| (μτφ.) ~η από τη μοίρα. Ψυχολογικά ~. 3. (μτφ.) στημένος, σικέ: ~ο: πρωτάθλημα. ~α: παιχνίδια. ● ΣΥΜΠΛ.: σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά: τράπουλα που έχει σημειωθεί με κρυφά σημάδια, προκειμένου ένας ή περισσότεροι παίκτες του παιχνιδιού να κερδίσουν, εξαπατώντας τους υπόλοιπους· γενικότ. για οποιαδήποτε στημένη διαδικασία: Παρτίδα που παίζεται με ~ ~.|| (μτφ.) Συνέδριο με σημαδεμένα χαρτιά. ● βλ. σημαδεύω
ταρό
ταρότα-ρό ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: τράπουλα εβδομήντα οκτώ φύλλων με συμβολικές παραστάσεις που χρησιμοποιείται κυρ. στη χαρτομαντεία· συνεκδ. καθεμία από τις κάρτες ή το συγκεκριμένο είδος μαντείας: τα χαρτιά της ~.|| Πρόβλεψη ~.|| Ερωτική/καρμική ~. [< γαλλ. tarot]