Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τρίγαμος , η τρί-γα-μος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που παντρεύεται για τρίτη φορά. Βλ. δίγαμος. [< αρχ. τρίγαμος]

δίγαμος

δίγαμος, η δί-γα-μος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που έχει κάνει δεύτερο γάμο, προτού λυθεί ο προηγούμενος. Βλ. πολύγαμος. [< μτγν. δίγαμος ‘δυο φορές παντρεμένος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.