τρίτωνας τρί-τω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) τρίτων 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο με μικρό σώμα και μακριά ουρά (γένος Triturus), που μοιάζει με σαλαμάνδρα: λοφιοφόρος ~. Βλ. ουροδελή.2. ΖΩΟΛ. μεγάλο θαλάσσιο γαστερόποδο (επιστ. ονομασ. Charonia tritonis) με σκληρό σπειροειδές όστρακο: Οι ~ες έχουν χαρακτηριστεί ως απειλούμενο είδος στη Μεσόγειο.3. ΑΣΤΡΟΝ. ο μεγαλύτερος φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Ποσειδώνα. ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικός τρίτωνας βλ. αλπικός [< αρχ. Τρίτων, γαλλ. triton, αγγλ. Triton]
τριτώνει τρι-τώ-νει ρ. (αμτβ.) {τρίτω-σε, τριτώ-σει} (προφ.): γίνεται για τρίτη συνεχή φορά: ~ το καλό. ~σαν οι νίκες της ομάδας. ● τριτώνω (μτβ.): κάνω κάτι για τρίτη φορά: ~σε τα χρυσά μετάλλια (: έχει πάρει τρεις φορές την πρώτη θέση). ● ΦΡ.: τρίτωσε το κακό: για δυσάρεστο συμβάν που ακολουθεί δύο προηγούμενα και σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη σημαίνει το τέλος της κακοτυχίας.
αλπικός
αλπικός, ή, ό [ἀλπικός] αλ-πι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ψηλά βουνά: ~ή: βλάστηση/ζώνη. ~ό: δάσος. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο πάνω από 2.001 μ.). ~ά: οικοσυστήματα/φυτά. Χιονισμένο ~ό τοπίο. Πβ. ορεινός. Βλ. υπο~. || (ΓΕΩΛ. που δημιουργήθηκε ή αφορά τον καινοζωικό αιώνα:) ~ός: γεωτεκτονικός κύκλος. ~ή: ορογένεση/πτύχωση. ~οί: παγετώνες. ~ά: ιζήματα.2. που ανήκει στις Άλπεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ή: οροσειρά. ~ό: χωριό. ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικός τρίτωνας: ΖΩΟΛ. ονομασία αμφίβιων (επιστ. ονομάσ. Triturus alpestris) τα οποία ζουν στην υψηλή ορεινή ζώνη., αλπικό σκι βλ. σκι [< γαλλ. alpin]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.