Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • τραγούδι τρα-γού-δι ουσ. (ουδ.) {τραγουδ-ιού | -ιών} 1. σύντομη συνήθ. μουσική σύνθεση που αποτελεί μελοποίηση στίχων· γενικότ. κάθε μουσικό κομμάτι που προορίζεται για μία ή περισσότερες φωνές: αποκριάτικο/εμπορικό/εύθυμο/μελαγχολικό/ποιοτικό/πολιτικό/σατιρικό/χριστουγεννιάτικο ~. Ένα ερωτικό/ποπ/ραπ/ροκ/τζαζ ~. Είδος/εκτέλεση/ερμηνεία/κουπλέ/ρεσιτάλ/ρεφρέν/στίχοι ~ιού. Διαγωνισμός/φεστιβάλ ~ιού. Το βιντεοκλίπ/τα δικαιώματα/η ενορχήστρωση/τα λόγια/η μελωδία/ο ρυθμός/ο σκοπός/οι στροφές του ~ιού. Ακυκλοφόρητα/ανάλαφρα/αντάρτικα/ευχετικά/θρησκευτικά/παιδικά/παραδοσιακά/πατριωτικά/πιασάρικα/ρεμπέτικα ~ια. ~ια διαμαρτυρίας/διαφημίσεων (πβ. τζινγκλ). Το ~ των τίτλων μιας ταινίας/τηλεοπτικής σειράς (βλ. σάουντρακ). Ακούω/γράφω/διασκευάζω/ηχογραφώ/λέω/τραγουδώ ένα ~. Έβγαλε καινούργια ~ια (= νέο σιντί). Ο δίσκος περιέχει/περιλαμβάνει δέκα ~ια. Στη συναυλία θα ερμηνεύσουν/παρουσιάσουν παλιά και νέα ~ια τους. Πβ. άσμα. Βλ. καντάδα, μπαλάντα, νανούρισμα, σκυλοτράγουδο, σουξέ, χιτ, ωδή. 2. (περιληπτ.) σύνολο τραγουδιών με κοινά στοιχεία και το αντίστοιχο μουσικό είδος: το ελληνικό/κλασικό/μοντέρνο/ξένο/πολυφωνικό/σύγχρονο/χορωδιακό ~. Διδάσκει θεατρικό ~. Το ~ της δεκαετίας του '60/'90. Το ~ του χθες και το ~ του σήμερα. 3. (κατ' επέκτ.-συνήθ. λογοτ.) διακριτικός ή χαρακτηριστικός φυσικός ήχος που έχει μελωδικότητα, μουσικότητα, ρυθμό: το ~ του αέρα/της βροχής/του νερού. Tο ~ του γρύλου/των πουλιών (= κελάηδημα). Τα τζιτζίκια άρχισαν το ~ τους. 4. η τέχνη του τραγουδιστή: Έκανε μαθήματα ~ιού στο Ωδείο/με διεθνούς φήμης δασκάλους.|| Από μικρός είχε μεγάλη κλίση στο ~ (= να τραγουδά. Πβ. τραγούδημα). 5. επαγγελματική ενασχόληση με το τραγούδι: βιομηχανία/σταρ του ~ιού. Ασχολείται με το/κάνει καριέρα στο ~. 6. ΛΟΓΟΤ. λυρικό ποίημα ή μπαλάντα. Βλ. πεζοτράγουδο. ● Υποκ.: τραγουδάκι (το) ● Μεγεθ.: τραγουδάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δημοτικό τραγούδι βλ. δημοτικός, ελαφρό τραγούδι βλ. ελαφρύς, ελαφρολαϊκό (τραγούδι) βλ. ελαφρολαϊκός, έντεχνο (τραγούδι) βλ. έντεχνος, έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, λαϊκό τραγούδι βλ. λαϊκός ● ΦΡ.: ... και θα πεις κι ένα τραγούδι (προφ.-εμφατ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αναγκάζεται να κάνει κάτι: Θα έρθεις μαζί μας ~ ~! Πβ. θέλοντας ή μη/και μη., πιάνω το/το ρίχνω στο τραγούδι (προφ.): αρχίζω να τραγουδώ: Η παρέα μετά το φαγητό έπιασε το ~. Ξαφνικά παίρνει το μικρόφωνο και το ρίχνει στο ~., τον/την κέρδισε το τραγούδι: ξεκίνησε ασχολούμενος με κάτι άλλο και τώρα κάνει καριέρα ως τραγουδιστής/τραγουδίστρια., όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, τραγούδια της τάβλας βλ. τάβλα [< μεσν. τραγούδι]
  • τραγουδιάρης, τραγουδιάρα τρα-γου-διά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): ερασιτέχνης μέτριος τραγουδιστής, που τραγουδά συνήθ. σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Βλ. σκυλάς.
  • τραγούδισμα βλ. τραγούδημα
  • τραγουδιστής, τραγουδίστρια τρα-γου-δι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού | -ές (λαϊκό) -άδες | θηλ. τραγουδιστριών}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι: διάσημος/επώνυμος/θρυλικός/λαϊκός/λυρικός/ροκ ~. ~ της όπερας/ποπ/τζαζ. ~ και στιχουργός/συνθέτης. O ~ του συγκροτήµατος. ~-είδωλο. ~τρια ελαφρού/κλασικού τραγουδιού. Η δισκογραφική δουλειά ενός ~ή. Πβ. αοιδός, ερμηνευτής. Βλ. βάρδος, σοπράνο, τενόρος, τραγουδοποιός, τροβαδούρος. [< μεσν. τραγουδιστής]
  • τραγουδιστικός , ή, ό τρα-γου-δι-στι-κός επίθ.: που έχει σχέση με το τραγούδι ή τον τραγουδιστή: ~ή: επιτυχία/καριέρα/παράδοση. ~ό: ντεμπούτο/ρεπερτόριο/ταλέντο/ύφος. ~ές: ικανότητες. ● επίρρ.: τραγουδιστικά
  • τραγουδιστός , ή, ό τρα-γου-δι-στός επίθ. 1. που τραγουδιέται: ~ός: διάλογος/χορός. ~ή: απαγγελία. 2. (μτφ.) που μοιάζει με τραγούδι, κυρ. στο άκουσμά του: ~ός: ήχος/τόνος/τρόπος ομιλίας. ~ή: γλώσσα. Έχει ~ή προφορά/φωνή. ΣΥΝ. μελωδικός (2) ● επίρρ.: τραγουδιστά

βάρδος

βάρδοςβάρ-δος ουσ. (αρσ.): ποιητής ή λαϊκός τραγουδιστής με μεγάλη απήχηση. [< μτγν. πληθ. Βάρδοι ‘Κέλτες ραψωδοί’]

δημοτικός

δημοτικός, ή, ό δη-μο-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον δήμο, ανήκει σε αυτόν ή υπάγεται στη δικαιοδοσία του: ~ός: κήπος/οργανισμός/ραδιοσταθμός/(παιδικός) σταθμός/φόρος/χώρος (στάθμευσης). ~ή: αγορά/αστυνομία/αυτοδιοίκηση/βιβλιοθήκη/ορχήστρα/περιουσία/πινακοθήκη/πλαζ/συγκοινωνία/χορωδία. ~ό: θέατρο/ιατρείο/κατάστημα/μέγαρο (= το δημαρχείο)/νεκροταφείο/πάρκινγκ/στάδιο. ~οί: άρχοντες/σύμβουλοι/υπάλληλοι. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: έργα/τέλη. Βλ. δια~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) 2. που ανήκει ή αναφέρεται στον λαό, στη λαϊκή παράδοση: ~ή: ποίηση. ~ό: (μουσικό) συγκρότημα. ~οί: σκοποί/χοροί (= παραδοσιακοί). Πβ. δημώδης. 3. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη δημοτική γλώσσα: ~οί: τύποι. ΑΝΤ. λόγιος (1) 4. που αναφέρεται στη δημοτική εκπαίδευση: ~ό: σχολείο (= το δημοτικό). Βλ. προ~. ● Ουσ.: δημοτικά (τα): δημοτικοί χοροί ή τραγούδια: Μαθαίνει/χορεύει ~.|| Ακούει ρεμπέτικα και ~., δημοτικές (οι): ενν. εκλογές: οι υποψήφιοι για τις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοτική Αρχή: ο Δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο., δημοτική εκπαίδευση: η εκπαίδευση που παρέχεται στο Δημοτικό: σύμβουλος ~ής ~ης., δημοτικό συμβούλιο: αιρετό όργανο του δήμου το οποίο αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τον δήμο, εκτός αυτών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου: σύγκληση/συνεδρίαση του ~ού ~ου. Το θέμα θα συζητηθεί στο ~ ~. Βλ. τοπική αυτοδιοίκηση., δημοτικό τραγούδι: (στον ελληνικό χώρο από τον 9ο/10ο αι. μέχρι περ. την Επανάσταση του 1821) μελοποιημένη ποιητική σύνθεση η οποία αποτελεί δημιούργημα συλλογικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας: καταγραφή/μελέτη των ~ών ~ιών. Θρύλος που έγινε ~ ~. Βλ. παραλογή. [< πβ. γερμ. Volkslied] , Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας: ΝΟΜ. νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη λειτουργία των δήμων και των πρώην κοινοτήτων., Δημοτική Αστυνομία βλ. αστυνομία, δημοτική κοινότητα βλ. κοινότητα, Μονοθέσιο Δημοτικό (Σχολείο) βλ. δημοτικό, Ολοήμερο Δημοτικό (Σχολείο) βλ. δημοτικό, τοπικό διαμέρισμα βλ. διαμέρισμα [< αρχ. δημοτικός, γαλλ. municipal, αγγλ. demotic]

ελαφρολαϊκός

ελαφρολαϊκός, ή, ό [ἐλαφρολαϊκός] ε-λα-φρο-λα-ϊ-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με το ελαφρολαϊκό τραγούδι: ~ός: τραγουδιστής. ~ή: μουσική. ~ό: ρεπερτόριο. ~ές: επιτυχίες. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαφρολαϊκό (τραγούδι) {συνήθ. στον πληθ.}: είδος ελαφρού τραγουδιού που ενσωματώνει στοιχεία της λαϊκής μουσικής: το ~ ~ της δεκαετίας του '50/του '60 (βλ. νέο κύμα). Βλ. έντεχνο, σκυλάδικο.

ελαφρύς

ελαφρύς, ιά, ύ [ἐλαφρύς] ε-λα-φρύς επίθ. {ελαφρ-ύ κ. -ιού | -είς κ. -ιοί, (ουδ.) -ιά· θηλ. (λόγ.) -ά· ελαφρύτ-ερος, -ατος} & ελαφρός, ή, ό & (λαϊκό) αλαφρός ΑΝΤ. βαρύς 1. που έχει μικρό βάρος, που μεταφέρεται, σηκώνεται άνετα ή κινείται εύκολα: (συχνά με θετ. συνυποδ.) ~ύς: φακός/φορητός υπολογιστής. ~ιά: βιντεοκάμερα/τσάντα. ~ύ: αεροσκάφος/σακίδιο/φορτίο. ~ιές: αποσκευές. Ποδήλατο με ~ύ σκελετό. Σκάνερ ~ύ και πρακτικό. ~ύ και οικονομικό αυτοκίνητο. Το μικρότερο και ~ερο κινητό της αγοράς.|| (για πρόσ.) Ήμουν είκοσι κιλά πιο ~ (= αδύνατος). Είναι ~ιά σαν πούπουλο. Νιώθω ~ και ξεκούραστος (πβ. ευκίνητος). Να κοιμάστε με ~ύ στομάχι (: χωρίς να έχετε φάει πολύ).|| ~ύς: σιδηρόδρομος (βλ. τραμ).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ύ: άρμα/(παλαιότ.) ιππικό (: με ~ύ οπλισμό).|| (ΧΗΜ-ΦΥΣ.) ~ιά: αέρια/μέταλλα (: με μικρό ειδικό βάρος).|| (κατ’ επέκτ.) ~ύ: τιμόνι (: εύκολο, άνετο στον χειρισμό).|| (μτφ.) ~ύ και κομψό σχέδιο (: απλό, απέριττο). 2. (ειδικότ. για ρούχα) λεπτός: ~ιά: κουβέρτα. ~ύ: μπουφάν/πάπλωμα. ΑΝΤ. χοντρός (2) 3. που χαρακτηρίζεται από μικρή ή μικρότερη (από την κανονική, επιθυμητή) ένταση ή δύναμη, που δεν είναι τόσο αισθητός· περιορισμένος, λίγος: ~ύ: άγγιγμα (πβ. απαλό, τρυφερό)/μασάζ/τρίψιμο/χτύπημα (ΑΝΤ. δυνατό). ~ιά κάμψη του αγκώνα/στροφή της κεφαλής. ~ύ τίναγμα των μαλλιών.|| ~ύς: άνεμος/χειμώνας (ΑΝΤ. δριμύς). ~ιά: βροχή (πβ. ασθενής, ψιλή)/ομίχλη/συννεφιά/χιονόπτωση. ~ύ: αεράκι (ΣΥΝ. ανάλαφρο, βλ. αύρα)/κύμα.|| ~ύς: αναστεναγμός/ήχος/φωτισμός. ~ιά: γεύση/οσμή (ΑΝΤ. οξεία). ~ύ: άρωμα (πβ. διακριτικό)/μαύρισμα/χρώμα (: παλ). (για συναίσθημα) ~ιά: ανησυχία.|| ~ιά: αύξηση/κλίση/μείωση. ~ύ: προβάδισμα. (ειδικότ., για εργασία) ~ύ: σκάλισμα (: επιφανειακό). Πβ. ανεπαίσθητος. ΑΝΤ. έντονος. 4. που χωνεύεται εύκολα ή γρήγορα, γενικότ. που έχει κάποια από τα συστατικά του σε μικρή σχετικά περιεκτικότητα: ~ιά: κουζίνα/σάλτσα. ~ύ: γεύμα/πιάτο. ~ιά: λάδια (βλ. ελαιόλαδο, βαμβακ-, ηλι-, σογι-έλαιο). Πβ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος. ΑΝΤ. δύσπεπτος.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ύ: γάλα (: με χαμηλά λιπαρά, ημιάπαχο· βλ. άπαχο, πλήρες). ~ύ: γλυκό (ψυγείου).|| ~ύ: ποτό (: χωρίς πολύ αλκοόλ). ~ά: τσιγάρα. Καφές ~, φίλτρου. 5. (μτφ.) που είναι υποφερτός, που αντιμετωπίζεται με σχετική ευκολία: ~ύς: ερεθισμός/πονοκέφαλος/πυρετός/τραυματισμός (πβ. επιπόλαιος. ΑΝΤ. σοβαρός). ~ύ: διάστρεμμα/έγκαυμα/εγκεφαλικό/κρυολόγημα/πρήξιμο. ~ά (σπανιότ. ~ιά) συμπτώματα νόσου. 6. (μτφ.) που δεν είναι τόσο κουραστικός, δυσβάσταχτος: ~ιά: άσκηση/γυμναστική (πβ. ήπια)/εργασία. ~ύ: πρόγραμμα.|| ~ιά: ποινή/φορολογία. ~ύ: πρόστιμο. Πβ. ανεκτός. ΑΝΤ. επαχθής. 7. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντονου προβληματισμού ή βαθιάς σκέψης: ~ύ: ύφος. ~ά: θέματα. Η συζήτηση έγινε σε ευχάριστο και ~ύ κλίμα. 8. που γίνεται κατανοητός και γενικότ. δεκτός, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ή προσπάθεια: ~ιά: μουσική (βλ. κλασική). ~ό/~ύ: θέατρο.|| (με αρνητ. συνυποδ.) ~ύ έργο, κατώτερο των προηγούμενων επιτυχιών του σκηνοθέτη. Βλ. εμπορικός. ● Υποκ.: ελαφρούτσικος , η, ο {κ. θηλ. -ια}: (συχνά για πρόσ.) αφελής, ελαφρόμυαλος. ● επίρρ.: ελαφρ(ι)ά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Κοιμάται (πβ. λαγοκοιμάται· ΑΝΤ. βαθιά)/τρώει ~. Ντύθηκα ~ (: με λεπτά ρούχα· ΑΝΤ. βαριά). Υποχώρησαν ελαφρά (= λίγο) οι τιμές. Είναι/νιώθει ~ώς (= κάπως) καλύτερα. Με τα γόνατα ~ώς λυγισμένα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαφρό τραγούδι: ΜΟΥΣ. κατηγορία τραγουδιών που καλλιεργήθηκαν κυρ. στον χώρο της επιθεώρησης και της οπερέτας και κυριάρχησαν τις δεκαετίες '40 και '50. Βλ. (αρχοντο)ρεμπέτικο, δημοτικό, (ελαφρο)λαϊκό, έντεχνο, μοντέρνο., ελαφρύς ύπνος 1. που διακόπτεται εύκολα: Κάνει ~ύ ~ο. ΑΝΤ. βαθύς. 2. ήσυχος: ~ ~, χωρίς έγνοιες. (ως ευχή) Καλό βράδυ και ύπνο ~ύ. , ελαφρά βιομηχανία βλ. βιομηχανία, ελαφρά όπλα βλ. όπλο, ελαφρών/μεσαίων (/μέσων)/βαρέων βαρών βλ. βάρος, ελευθέρων ηθών βλ. ήθος, μαλακά ναρκωτικά βλ. μαλακός ● ΦΡ.: (ας/να είναι) ελαφρύ/ελαφρό το χώμα που σε/τον σκεπάζει: ως ευχή που διατυπώνεται συνήθ. σε επικήδειο ή επιμνημόσυνο λόγο, για ανάπαυση του νεκρού: Aιωνία σου η μνήμη και ~ ~ που σε σκεπάζει. , το πήρε ελαφριά (προφ.): δεν έδωσε σημασία σε κάτι ή δεν στενοχωρήθηκε πολύ για αυτό. ΑΝΤ. το πήρε βαριά, (έχω) ελαφρύ χέρι βλ. χέρι, ελαφρά τη καρδία βλ. καρδιά, με ελαφριά (τη) συνείδηση βλ. συνείδηση [< αρχ. ἐλαφρύς, γαλλ. léger, αγγλ. light, γερμ. leicht]

έντεχνος

έντεχνος, η, ο [ἔντεχνος] έ-ντε-χνος επίθ. 1. που έχει δημιουργηθεί με βάση τους κανόνες μιας τέχνης· κατ' επέκτ. ποιοτικός, καλοδουλεμένος: ~ος: λόγος/χορός. ~η: γλώσσα (= λογοτεχνική)/έκφραση. Βλ. δημοτικός, λαϊκός. 2. που γίνεται με περίτεχνο, επιδέξιο τρόπο: ~η: διατύπωση (πβ. κομψή). ΑΝΤ. αδέξιος 3. (για πρόσ.) που ασχολείται με το έντεχνο τραγούδι: ~ο: συγκρότημα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι ροκάδες. ● επίρρ.: έντεχνα & (λόγ.) εντέχνως: ένας μονόλογος μεστός, ~ λιτός.|| Καλλιεργούν ~ τον φανατισμό (: με επιτηδειότητα). Πβ. τεχνηέντως. ● ΣΥΜΠΛ.: έντεχνη μουσική: ΜΟΥΣ. που την έχει συνθέσει μουσικός με θεωρητική κατάρτιση., έντεχνο (τραγούδι): ΜΟΥΣ. που ακολουθεί τις αρχές, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί από τη μουσική και ποιητική τέχνη, σε αντιδιαστολή με το λαϊκό., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι): ΜΟΥΣ. σύνθετο μουσικό έργο τέχνης με λαϊκά στοιχεία (πρόκειται συχνά για μελοποιημένη ποίηση). Βλ. ρεμπέτικο. [< 1, 2: αρχ. ἔντεχνος]

καντάδα

καντάδακα-ντά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. παλαιότ.) τραγούδι συνήθ. ερωτικού περιεχομένου, που τραγουδιόταν τα βράδια στους δρόμους με συνοδεία μικρής χορωδίας και εγχόρδων: αθηναϊκές/επτανησιακές ~ες (πβ. μαντολινάτα). Της έκανε ~ κάτω από το μπαλκόνι. Πβ. σερενάτα. [< βεν. cantada]

λαϊκός

λαϊκός, ή, ό λα-ϊ-κός επίθ. {κ. προφ. θηλ. -ιά | λαϊκότ-ερος, -ατος} 1. που σχετίζεται με τον λαό, ανήκει σε αυτόν ή προέρχεται από αυτόν: ~ή: αποδοχή (ενός κόμματος)/βούληση/δυσαρέσκεια (για τα νέα μέτρα)/εξέγερση/επιμόρφωση (βλ. διά βίου εκπαίδευση)/κυβέρνηση. ~ό: αίτημα/κίνημα (βλ. εργατικό κίνημα). ~ αγώνας δρόμου. Εταιρεία ~ής βάσης (: με μετόχους τους κατοίκους μιας πόλης ή ενός μέρους). Προσφυγή στη ~ή ετυμηγορία (: συνήθ. για διεξαγωγή εκλογών). Η κυβέρνηση έχει νωπή και ισχυρή ~ή εντολή. Βλ. αντι~, παλ~, φιλο~.|| (σε ονομασ., με κεφαλ.) Λ~ή Τράπεζα. Λ~ό Λαχείο (κ. ως ουσ. ~ό).|| ~ός: ήρωας. ~ή: ποίηση (= δημώδης· ΑΝΤ. λόγια)/σοφία (βλ. γνωμικό, παροιμία, ρήση). ~ές: δοξασίες/εκδηλώσεις. ~ά: αναγνώσματα/παραμύθια/στοιχεία (= φολκλορικά). Ελληνικός ~ πολιτισμός (βλ. λαογραφία).|| ~οί: χοροί. ~ά: όργανα. ΣΥΝ. δημοτικός, παραδοσιακός. 2. που αφορά τις κατώτερες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες: ~ή: συνοικία (βλ. εργατογειτονιά). Οι ~ές τάξεις/τα ~ά στρώματα (: αγρότες, εργάτες). Είναι ~ής καταγωγής. ΑΝΤ. αριστοκρατικός.|| ~ές: τιμές (= φτηνές, χαμηλές).|| (για πρόσ.) Γνήσιος ~ τύπος (: ανεπιτήδευτος, απλός και αυθόρμητος). ~οί: ζωγράφοι (= αυτοδίδακτοι, ναΐφ). 3. (ειδικότ.) που σχετίζεται με το λαϊκό τραγούδι: ~ός: βάρδος/δίσκος/(ραδιοφωνικός) σταθμός/συνθέτης/τραγουδιστής. ~ή: ορχήστρα/συναυλία. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: κέντρα (διασκέδασης). Καλλιτέχνης με ~ή φωνή. 4. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται κυρ. στον προφορικό λόγο και συνήθ. από τους απλούς ανθρώπους του λαού και αποκλίνει, ως προς τη μορφολογία ή/και την προφορά, από την Κοινή Νεοελληνική: ~ή: έκφραση/λέξη. ΑΝΤ. λόγιος (1) ● Ουσ.: λαϊκά (τα) (προφ.): ενν. τραγούδια: βαριά/παλιά ~. Ακούει μόνο ~., λαϊκός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός ορθόδοξος που δεν είναι ούτε ιερωμένος ούτε μοναχός: ~οί και κληρικοί. Βλ. κληρικο~. ΣΥΝ. κοσμικός (1) ● επίρρ.: λαϊκά ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή αγορά & (προφ.) λαϊκή: υπαίθρια αγορά όπου πωλούνται σε φορητούς πάγκους και σε σχετικά χαμηλές τιμές φρέσκα οπωροκηπευτικά, αλλά και άλλα προϊόντα (π.χ. ψάρια, είδη ένδυσης και οικιακής χρήσης) και η οποία διοργανώνεται συνήθ. μια φορά την εβδομάδα, σε προκαθορισμένα σημεία και για συγκεκριμένες ώρες: εβδομαδιαία/κεντρική/σκεπαστή ~ ~. ~ ~ βιολογικών προϊόντων. ~ές ~ές στις γειτονιές της πόλης. Μικροπωλητές ~ών ~ών. Κάθε Παρασκευή γίνεται/έχει λαϊκή. Βλ. εμποροπανήγυρη, παζάρι, παντοπωλείο, υπαίθριο εμπόριο., λαϊκή ιατρική (κυρ. παλαιότ.): πρακτική και εμπειρική αντιμετώπιση των ασθενειών: χρήση των βοτάνων στη ~ ~ (βλ. γιατροσόφια). Βλ. εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική., λαϊκή τέχνη (κ. με κεφαλ. Λ, Τ): ΛΑΟΓΡ. της οποίας δημιουργός είναι ο απλός λαός και η οποία σχετίζεται κυρ. με την αργυροχρυσοχοΐα, την κεντητική, την κεραμική, την ξυλογλυπτική, την υφαντική, τη χειροτεχνία, αλλά και τη μουσική, τα τραγούδια και τους χορούς: η ελληνική ~ ~ (: τέλη 17ου αι.-αρχές 19ου αι.)., λαϊκό δικαστήριο (παλαιότ., ιδ. σε περιόδους πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής ύστερα από επανάσταση· σήμερα, κυρ. μτφ.): του οποίου τα μέλη δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί, αλλά απλοί πολίτες: Εδώ δεν είναι ~ ~, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα., λαϊκό μέτωπο (κ. με κεφαλ. Λ, Μ): ΠΟΛΙΤ. συνασπισμός κομμάτων, συνήθ. της Αριστεράς., λαϊκό τραγούδι & αστικό λαϊκό τραγούδι: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού των αστικών κέντρων, εξέλιξη του δημοτικού και του ρεμπέτικου, το οποίο έχει τις απαρχές του στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξελίσσεται ακόμα και χαρακτηρίζεται από ανατολίτικα ή/και δυτικά στοιχεία: βαρύ ~ ~. Βλ. ελαφρολαϊκό (τραγούδι)., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, λαϊκή απογευματινή βλ. απογευματινός, λαϊκή ετυμολογία βλ. ετυμολογία, λαϊκή κυριαρχία βλ. κυριαρχία, λαϊκή παράδοση βλ. παράδοση, λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Λαϊκό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, λαϊκό προσκύνημα βλ. προσκύνημα, λαϊκός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός ● ΦΡ.: επί το λαϊκότερον (συνήθ. ειρων.): όταν παρατίθεται η αντίστοιχη συνώνυμη λέξη ή φράση του προφορικού ή λαϊκού λεξιλογίου: Έφυγε γρήγορα ή, ~ ~, την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. [< μτγν. λαϊκός, γαλλ. populaire]

πεζοτράγουδο

πεζοτράγουδοπε-ζο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. περιορισμένης έκτασης κείμενο σε πεζό λόγο με έντονο λυρισμό. Βλ. ποίημα, πρόζα.

σκυλάς

σκυλάςσκυ-λάς ουσ. (αρσ.) , σκυλού (η) (αργκό) 1. λαϊκός τραγουδιστής σε σκυλάδικο. Βλ. -άς, μπουζουξής, τραγουδιάρης. 2. πρόσωπο που συχνάζει σε σκυλάδικα ή του αρέσουν τα αντίστοιχα τραγούδια.

τάβλα

τάβλατά-βλα ουσ. (θηλ.) 1. επίπεδο κομμάτι ξύλου, πιο χοντρό από τη σανίδα: μακρόστενη/πλατιά (βλ. μαδέρι)/φαρδιά ~. Μονοκόμματες/ξύλινες ~ες. Οι ~ες του κρεβατιού/του πάγκου/του πατώματος. Παράθυρο καρφωμένο με ~ες.|| ~ κοπής (κρέατος, λαχανικών, ψωμιού, από ξύλο ή πλαστικό). 2. (παλαιότ.-λαϊκό) τραπέζι φαγητού, συνήθ. για πολλά άτομα. Βλ. σοφράς. ● ΦΡ.: είμαι/πέφτω τάβλα & κάτι με ρίχνει τάβλα (προφ.-εμφατ.): μένω ξαπλωμένος λόγω ασθένειας, εξάντλησης ή λιποθυμίας: Έπεσε/ήταν ένα μήνα ~ (= καθηλωμένος) στο κρεβάτι. Η αρρώστια με έριξε ~.|| Τον βρήκα ~ (= ταβλιασμένο) στο πάτωμα. Ήπιε πολύ και έπεσε ~ κάτω (= φαρδύς πλατύς).|| Μόλις άκουσε την τιμή, έπεσε ~ (= έπαθε σοκ)., τραγούδια της τάβλας & της τάβλας: ΛΑΟΓΡ. που λέγονταν στο τραπέζι, την ώρα του φαγητού, συνήθ. σε χαρμόσυνες εκδηλώσεις: παραδοσιακά ~ ~. Κλέφτικα/ριζίτικα της τάβλας (πβ. επιτραπέζια, καθιστικά, συμποτικά). Βλ. δημοτικά, τραγούδια της στράτας. [< μτγν. τάβλα, τάβλη ‘πινακίδα’ < λατ. tabula]

τραγούδημα

τραγούδηματρα-γού-δη-μα ουσ. (ουδ.) & τραγούδισμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραγουδώ: ~ με συνοδεία κιθάρας.|| Λαϊκό/παιδικό/πολυφωνικό ~ (= τραγούδι). Γλυκό ~ πουλιών.

χορός

χορόςχο-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ρυθμικές κινήσεις ή/και βήματα που εκτελούνται από ένα ή περισσότερα άτομα σε ζεύγη ή ομάδα, με τη συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού, ως τρόπος ψυχαγωγίας ή εξωτερίκευσης συναισθημάτων: ασταμάτητος/αυτοσχέδιος/γρήγορος/ζωηρός ~. Αισθησιακός/προκλητικός ~. Αίθουσα/βραδιά/διαγωνισμός/πίστα ~ού. Εντυπωσίασε με τον ~ό της. Γλέντι/ξεφάντωμα με ~ούς και τραγούδια. Ρίξαμε κάτι ~ούς (: χορέψαμε πολύ)!|| Ανδρικός/γυναικείος/κυκλικός/λεβέντικος/μικτός/μοναχικός ~. Δημοτικοί/λαϊκοί/νησιώτικοι/παραδοσιακοί/τοπικοί ~οί. Βλ. ζεϊμπέκικο, συρτάκι, χασάπικο, χασαποσέρβικο.|| Ανατολίτικος/τσιγγάνικος ~. Ευρωπαϊκοί/φολκλορικοί ~οί. Βλ. βαλς, λάτιν, μάμπο, πόλκα1, ρέγκε, ρούμπα, σάλσα, τάνγκο, τσα τσα (τσα), φλαμένγκο.|| (μτφ.) Ο ~ των κυμάτων/μελισσών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (ειδικότ.) ως τέχνη, καλλιτεχνική δραστηριότητα: έντεχνος ~. Κλασικός ~ (= μπαλέτο). Καθηγητής/κριτικός/μαθήματα/ομάδα/σχολή (πβ. χοροδιδασκαλείο) ~ού. Παπούτσια/φορμάκι ~ού. 3. χοροεσπερίδα: αποκριάτικος ~. Αποχαιρετιστήριος ~ των τελειοφοίτων του ... ~ μεταμφιεσμένων (= μπαλ μασκέ). Φόρεμα για ~ό. Ο ετήσιος ~ του συλλόγου ... 4. (μτφ.) σύνολο ομοειδών πραγμάτων ή συμβάντων που διαδέχονται το ένα το άλλο με μεγάλη συχνότητα: Συνεχίζεται ο ~ των αντιδράσεων/αποκαλύψεων/γκολ/μεταγραφών/σκανδάλων/στοιχημάτων.|| Άνοιξαν τον ~ό των μεταλλίων. 5. σύνολο χορευτών ή κατ' επέκτ. προσώπων που ψάλλουν· ομάδα μεταφυσικών όντων ή ιερών μορφών: ο πρώτος του ~ού.|| (ΑΡΧ.) Ο ~ του αρχαίου δράματος (βλ. ημιχόριο). Η πάροδος του ~ού. Ο κορυφαίος/τα μέλη του ~ού. Βλ. όρχηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ των ψαλτών. Πβ. χορωδία. Βλ. χοροστάσιο.|| ~ αγγέλων/Αγίων/μαρτύρων (= χορεία). ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέρνος χορός & (προφ.) μοντέρνο: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή χορού με συγκεκριμένο σύστημα και τεχνική, που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από πρωτοπόρους χορευτές και χορογράφους, ως αντίδραση στους αυστηρούς περιορισμούς του κλασικού μπαλέτου. [< αγγλ. modern dance, 1912] , αντικριστός (χορός) βλ. αντικριστός, ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε βλ. Ησαΐας, πυρρίχιος χορός βλ. πυρρίχιος, σύγχρονος χορός βλ. σύγχρονος, χορός της κοιλιάς βλ. κοιλιά ● ΦΡ.: ανοίγω τον χορό 1. αρχίζω πρώτος να χορεύω, συνήθ. όπως το ορίζει το έθιμο, ώστε να ξεκινήσουν και οι άλλοι: Η νύφη ~ξε ~ στο γλέντι. 2. (μτφ.) κάνω την αρχή σε κάτι το οποίο θα επαναληφθεί (αμέσως μετά) από άλλους με μεγάλη συχνότητα: ~ξαν ~ των κινητοποιήσεων.|| Ανοίγει ο χορός των απεργιών (: αρχίζουν οι απεργίες). [< γαλλ. ouvrir le bal] , αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει!: από τη στιγμή που έχουμε εμπλακεί σε μια κατάσταση συνήθ. αρνητική, θα πρέπει να την υποστούμε και να αποδεχθούμε τις πιθανές συνέπειες., εν χορώ (λόγ.): όλοι μαζί, ταυτόχρονα: Απάντησαν/μιλούσαν/συμφώνησαν/τραγούδησαν/φώναξαν ~ ~. Πβ. ομόφωνα, με μια φωνή.|| (Για κάτι που λέγεται από πολλούς μαζί:) Διαμαρτυρίες/συνθήματα ~ ~., μπαίνω στον χορό 1. αρχίζω να χορεύω μαζί με άλλους σε κυκλικό χορό. 2. (μτφ.) εισέρχομαι και εγώ σε μια κατάσταση: Η εταιρεία μπήκε ~ των εξαγορών/προσφορών/συγχωνεύσεων. ΣΥΝ. βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει & έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέγονται (παροιμ.): είναι εύκολο να κρίνει και να επικρίνει κάποιος μια κατάσταση ή μια υπόθεση, όταν αγνοεί τις δυσκολίες της., στήνω (τον) χορό: ξεκινώ να χορεύω συνήθ. κυκλικό χορό: ~σαν ~ με δημοτικά στην πλατεία.|| (μτφ., για κάτι που κάνει την εμφάνισή του με ένταση ή μεγάλη συχνότητα) Οι αναμνήσεις ~ουν ~. Τα μικρόβια/ποντίκια έχουν στησει τρελό ~., χορός στον πάγο: κατηγορία καλλιτεχνικού πατινάζ, η οποία δίνει έμφαση στις ελεύθερες χορευτικές φιγούρες. [< αγγλ. ice dancing] , (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, ο χορός του Ζαλόγγου βλ. Ζάλογγο, σέρνω τον χορό βλ. σέρνω [< αρχ. χορός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.