Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τραμουντάνα τρα-μου-ντά-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. (λαϊκό) βόρειος και ξηρός άνεμος: Ο καιρός γύρισε σε ~. Πβ. βοριάς. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, σιρόκος. ● ΣΥΜΠΛ.: άστρο της τραμουντάνας: ΑΣΤΡΟΝ. πολικός αστέρας. [< μεσν. τραμο(υ)ντάνα < ιταλ. tramontana 0 < (vento ol)tramontano]

γαρμπής

γαρμπήςγαρ-μπής ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. νοτιοδυτικός άνεμος. Πβ. λίβας. Βλ. γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. [< μεσν. γαρμπής < βεν. garbin]