Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τραυλίζω τραυ-λί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τραύλι-σα, τραυλί-σει, τραυλίζ-οντας} 1. ΙΑΤΡ. έχω τραυλισμό: Είναι βραδύγλωσσος και ~ει. Πβ. κομπιάζω. ΣΥΝ. κεκεδίζω 2. (κατ' επέκτ.) δυσκολεύομαι περιστασιακά στην ομιλία, κυρ. λόγω συναισθηματικής έντασης: Όταν μιλάει μπροστά σε κοινό, ~ει. Θύμωσε/τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να ~ει. Πβ. μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου. 3. (σπάν.-μτφ.) λέω κάτι χαμηλόφωνα, συνήθ. με τρέμουλο και κόμπιασμα στη φωνή: ~σε μια δικαιολογία. Πβ. μουρμουρίζω, ψελλίζω. [< 1: αρχ. τραυλίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.