Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • τρεις, τρεις, τρία [τρεῖς] τρί-α επίθ. αριθμητ. απόλ. {τρι-ών} 1. το σύνολο τριών μονάδων: τρεις: αιώνες/άνθρωποι/βαθμοί/παράγοντες. Τρεις: ημέρες/ιδέες/λέξεις/περιοχές/φορές. Τρία: άτομα/βήματα/κράτη/λάθη/χρόνια. Φωτογραφία στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Ξενοδοχεία ~ών αστέρων. Στο σταυροδρόμι ~ών ηπείρων.|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι τρεις Μάγοι. (ΜΥΘ.) Οι τρεις Μοίρες. 2. τρίτος: στις τρεις του μηνός/η ώρα. Στη σελίδα τρία. Εξετάστηκαν στο μάθημα τρεις τρεις (= ανά τρεις). ● Ουσ.: τρία (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 3: Αφαιρώ το ~ από το πέντε.|| (ως βαθμός) Πήρε ~ στο διαγώνισμα. 2. το σύμβολο (3) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: η γραμμή ~ του μετρό. Μένει στο δωμάτιο ~. Κάθε πρωί παίρνω το ~ (ενν. τρόλεϊ).|| (για χαρτοπαίγνιο ή ταρό) ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των τριών χρόνων: Έκλεισε τα ~. 4. (συνήθ. '03) το 2003 ή το 1903. ● ΣΥΜΠΛ.: οι Τρεις Ιεράρχες βλ. ιεράρχης, τρεις τελείες βλ. τελεία ● ΦΡ.: η απλή μέθοδος των τριών & μέθοδος των τριών: ΜΑΘ. τρόπος επίλυσης προβλημάτων, σύμφωνα με τον οποίο τρία δεδομένα οδηγούν στον εντοπισμό του τέταρτου που ζητείται., τα τρία κακά της μοίρας του (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση: φτωχός, άνεργος και στο νοίκι: ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Δεν ξέρει ~ ~ (: τι του γίνεται, έχει πλήρη άγνοια)., τρεις κι εξήντα (προφ.): ελάχιστα χρήματα: Παίρνουν ~ ~. Ζουν με ~ ~., τρεις κι ο κούκος (προφ.): πάρα πολύ λίγοι: Έμειναν/ήταν ~ ~ στο μαγαζί/πάρτι., τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο (παροιμ.): για προσπάθεια εξαπάτησης με σκόπιμα λανθασμένους υπολογισμούς., αυτοκίνητο τριών όγκων βλ. αυτοκίνητο, δυο τρεις βλ. δύο & δυο, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, με το ένα, με το δύο, με το τρία βλ. ένα, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, του πήγε να βλ. πηγαίνω & πάω, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν βλ. πουλάκι [< αρχ. τρεῖς, τρία]
  • τρεισήμισι τρει-σή-μι-σι επίθ. {άκλ. | ουδ. κ. τριάμισι}: τρεις και μισός: ~ μέρες/μήνες/μονάδες/φορές/ώρες. ~ χιλιάδες στρέμματα. Τριάμισι λεπτά/μέτρα/χρόνια.|| (ως ουσ.) Έχω ραντεβού στις ~ (: η ώρα). Βλ. -μισι.

αυτοκίνητο

αυτοκίνητο[αὐτοκίνητο] αυ-το-κί-νη-το ουσ. (ουδ.) {αυτοκινήτ-ου | -ων}: όχημα με τέσσερις συνήθ. τροχούς που κινείται με δικό του κινητήρα: αγροτικό/αγωνιστικό (= ~ αγώνων)/αθλητικό/αναπηρικό/αστυνομικό (πβ. περιπολικό)/γρήγορο/διθέσιο/επαγγελματικό/επιβατικό (βλ. χάτσμπακ)/ευκολοδήγητο/κάμπριο/μεταχειρισμένο/νοσοκομειακό (πβ. ασθενοφόρο)/οικολογικό (/καθαρό/πράσινο)/πεντάπορτο/πετρελαιοκίνητο/πολυτελές/σπορ/στρατιωτικό/συμβατικό/(τε)θωρακισμένο/τετραθέσιο/τετρακίνητο (πβ. τζιπ)/υβριδικό/φορτηγό (βλ. καμιόνι) ~. Αγώνες (πβ. ράλι)/άδεια/αριθμός κυκλοφορίας/αμάξωμα/ανάρτηση/αξεσουάρ/ασφάλεια/έκθεση (πβ. σαλόνι)/ενοικίαση/ζώνη ασφαλείας/λέσχη/μάρκα/μοντέλο/μπαταρία του/σέρβις/συναγερμός(= αντικλεπτικό)/σχάρα του/τύπος/φρένα του/φώτα του ~ου. Ανταλλακτικά/αντιπροσωπεία/συνεργείο ~ων. Βιομηχανία ~ων (= αυτοκινητοβιομηχανία). ~ δημόσιας/ιδιωτικής χρήσης (= γιωταχί). ~ μεταφοράς εμπορευμάτων/επιβατών/φορτίου. ~α-αντίκες. ~α μεγάλου/μικρού κυβισμού. Οδηγώ/παρκάρω/τρακάρω το ~. Ταξιδεύει/τρέχει με το ~. Εκούσια ακινησία ~ου. Ευρωπαϊκή Ημέρα Χωρίς Αυτοκίνητο (: 22 Σεπτεμβρίου). Πβ. τροχοφόρο. Βλ. αυτοκινητάκι. ΣΥΝ. αμάξι ● Μεγεθ.: αυτοκινητάρα (η) (προφ.): μεγάλο, πολυτελές και συνήθ. υψηλού κυβισμού αυτοκίνητο. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματο αυτοκίνητο βλ. αυτόματος, ηλεκτρικό αυτοκίνητο βλ. ηλεκτρικός ● ΦΡ.: αυτοκίνητο δύο όγκων: ΤΕΧΝΟΛ. χάτσμπακ., αυτοκίνητο τριών όγκων: τύπος αυτοκινήτου που χαρακτηρίζεται από τρία διακριτά μεταξύ τους μέρη, το μπροστινό τμήμα (θέση μηχανής συνήθ.), το πίσω (πορτμπαγκάζ) και την καμπίνα επιβατών: οικογενειακό ~ ~. Πβ. μπερλίνα, σεντάν. Βλ. κουπέ, στέισον βάγκον, χάτσμπακ. [< γαλλ. automobile, περ. 1890]

δύο & δυο

δύο & δυοδύ-ο αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 2 ή το σύνολο δύο μονάδων: στις ~ ακριβώς/η ώρα/του μηνός/το μεσημέρι. Εμείς οι ~. Κόβω/μοιράζω/χωρίζω στα ~ (: στη μέση). Τρώει για ~ (= υπερβολικά). Γεύμα/δείπνο/τραπέζι για ~ (: τετ-α-τετ). Στα θρανία ~ ~ (: κατά ζεύγη). Η γραμμή 2 (του μετρό/τρόλεϊ). (για κλάσμα:) ~ τρίτα. (ΜΟΥΣ.) ~ τέταρτα.|| (συνήθ. για προϊόν με διπλή δράση:) ~ σε ένα.|| (ως επίθ.) ~ γονείς/μάτια/φύλα/χέρια. Τα ~ πρώτα έτη. Ανά ~ άτομα/μήνες/σειρές. Βλ. ένα, τρία. 2. αόριστα για πολύ μικρή ποσότητα, απόσταση: ~ κουβέντες/λέξεις/λεπτά. Σου γράφω δυο λόγια. Το σπίτι είναι ~ βήματα από 'δω. ● Ουσ.: δύο (το) 1. ο αριθμός 2, το σύμβολό του και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: τρεις φορές το ~ ίσον έξι.|| Χαμηλώστε το μάτι της κουζίνας στο ~.|| (ως βαθμός) Πήρα ~ στο τεστ. 2. (+ τα/στα) η ηλικία των δύο (περ.) ετών: Έκλεισε τα/μπαίνει στα ~. 3. (συνήθ. '02) το έτος 1902 ή 2002. ● ΦΡ.: δύο και δύο κάνουν τέσσερα (μτφ.): για κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. ΣΥΝ. ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο [< γαλλ. deux et deux font quatre] , δυο τρεις (εμφατ.): για πολύ μικρό αριθμό: ~ ~ φορές. Βρήκα ~ ~ φίλους και καθυστέρησα. ΣΥΝ. ένας δυο/ένας και δύο., χίλιοι δυο (εμφατ.): για πολύ μεγάλο αριθμό: ~ ~ κίνδυνοι/λόγοι/παράγοντες/τρόποι. ~ες ~ αιτίες/δυσκολίες/σκέψεις. ~α ~ πράγματα/προβλήματα/τεχνάσματα (= ένα σωρό, πάρα πολλά)., (και) μια και δυο βλ. ένας, αυτοκίνητο δύο όγκων βλ. αυτοκίνητο, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, δύο μέτρα και δύο σταθμά βλ. σταθμά, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο βλ. ένα, ένας δυο/ένας και δύο βλ. ένας, μία/μια, ένα, έχω μόνο δύο/δυο χέρια! βλ. χέρι, θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα) βλ. σκίζω, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, και με τα δυο (τα) χέρια βλ. χέρι, κανά δυο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, με μια λέξη βλ. λέξη, με το ένα, με το δύο, με το τρία βλ. ένα, ο υπ' αριθμόν ένα/δύο βλ. αριθμός, στους δύο τρίτος δεν χωρεί/χωρά(ει) βλ. χωρώ, το δέκα/το δύο το καλό βλ. καλός, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί [< αρχ. δύο, μεσν. δυο]

ένα

ένα[ἕνα] έ-να αριθμητ. απόλ. {ενός}: ο αριθμός ένα, ο πρώτος και ο μικρότερος θετικός ακέραιος αριθμός που εκφράζει την έννοια της μονάδας και έχει το αραβικό (1) ή το λατινικό (Ι) ως σύμβολό του: η γραμμή ~ (πβ. πρώτη) του μετρό. Βλ. δύο, τρία. ● ΦΡ.: γίνομαι ένα (με κάποιον/κάτι): ενώνομαι, συνδέομαι ή συμμαχώ: Στα δύσκολα γινόμαστε όλοι ~. Πραγματικότητα και φαντασία έγιναν ~., ένα κι ένα (εμφατ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα στοιχεία ενός συνόλου είναι εξαιρετικά, εκλεκτής ποιότητας: Όλα τους τα πράγματα είναι ~ ~., ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο (προφ.): για κάτι σαφές και αυτονόητο: Λοιπόν, ~ ~, θέλεις ή δεν θέλεις; ΣΥΝ. δύο και δύο κάνουν τέσσερα, ένα προς ένα 1. το καθένα ξεχωριστά, με κάθε λεπτομέρεια: Έψαξαν όλα τα δωμάτια ~ ~. 2. δηλώνει ότι κάθε στοιχείο ενός συνόλου συνδέεται με ένα και μόνο ένα στοιχείο ενός άλλου: (ΜΑΘ.) συνάρτηση ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σχέση ~ ~ (1:1) (: κατά την οποία μια εγγραφή ενός πίνακα συνδέεται βάσει κλειδιού με μία μόνο εγγραφή ενός άλλου). Βλ. σχέση ένα προς πολλά., με το ένα, με το δύο, με το τρία: για να δοθεί εκκίνηση: ~ ~, φύγαμε! [< γαλλ. à la une, à la deux, à la trois] , (το) νούμερο ένα βλ. νούμερο, ένα το κρατούμενο/δύο τα κρατούμενα βλ. κρατούμενο, ο υπ' αριθμόν ένα/δύο βλ. αριθμός, όλα σε ένα βλ. όλος, σχέση ένα προς πολλά βλ. σχέση, το έν(α) δεύτερο βλ. δεύτερος [< αρχ. ἕν]

ιεράρχης

ιεράρχης[ἱεράρχης] ι-ε-ράρ-χης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ονομασία ανώτατου κληρικού, πατριάρχη, αρχιεπισκόπου, μητροπολίτη, επισκόπου: άξιος/λαμπρός/σεμνός ~. Βλ. -άρχης, πρωθ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι Τρεις Ιεράρχες: οι τρεις Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: η εορτή των ~ών ~ών (: στις 30 Ιανουαρίου). [< μτγν. ἱεράρχης]

κλέφτης

κλέφτηςκλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]

λαλεί

λαλεί[λαλεῖ] λα-λεί ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λάλ-ησε, -ήσει, -ούμενος, -ημένος} & λαλάει & λαλά (προφ.): (για πτηνό) κελαηδά, βγάζει φωνή: ~ούν τα πουλιά. Πβ. τραγουδώ.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ούσαν (= ηχούσαν μελωδικά) τα βιολιά.λαλώ {λαλ-είς κ. -άς} 1. (νεαν. αργκό) τρελαίνομαι: Έχω ~ήσει (= παλαβώσει) απ' το πολύ διάβασμα. Κόντεψα να ~ήσω (= να μου στρίψει, να φλιπάρω) κλεισμένος στο σπίτι τόσες μέρες. Καλά, αυτός είναι τελείως ~ημένος (= σαλταρισμένος). 2. (προφ.) λέω, μιλώ· (για μουσικό) παίζω. Βλ. δια~, κατα~. ● Ουσ.: λαλούμενα (τα): λαϊκά μουσικά όργανα., λαλουμένη/λαλούμενη (γλώσσα) (η) (προφ.): καθομιλουμένη. Πβ. λαλιά. ● ΦΡ.: είπα και (ε)λάλησα (προφ.-εμφατ.): δεν δέχομαι δεύτερη κουβέντα, δεν θα το ξαναπώ, είμαι ανυποχώρητος στην άποψή μου: ~ ~, θα πάτε αμέσως για ύπνο!, ούτε μιλάει ούτε λαλάει (προφ.): δεν μιλά καθόλου, δεν βγάζει λέξη., τρεις λαλούν και δυο χορεύουν (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έλλειψη σοβαρότητας, λογικής ή συνεννόησης: Είναι όλοι τους ~ ~!, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας [< αρχ. λαλῶ]

λίγο

λίγολί-γο επίρρ. {λιγότ-ερο}: για να δηλωθεί μικρή ποσότητα, ένταση, απόσταση ή χρονική διάρκεια: ~ ακόμα/αργά/μακριά/μετά τα μεσάνυχτα/πιο γρήγορα. Είμαι ~ (= κατά τι, μια ιδέα, μια στάλα, ολίγον τι) καλύτερα. Νιώθω ~ (= κάπως) κουρασμένος. Ακούω ~ απ' όλα (ενν. τα είδη μουσικής). ~ να ζοριστεί, τα παρατά. Κάτι ~ πρόσφερα κι εγώ. -Αγχώθηκες; -~... (προφ.) Θέλει ~ προσοχή/υπομονή. Όλα τα ωραία κρατάνε (για) ~. Σε ~ θα ξημερώσει. Έχουν αργήσει ~. Έμεινε πολύ ~. Πονώ ~ερο από χθες.|| (προφ., έκφρ. ευγένειας) Κάνεις ~ στην άκρη; Θέλεις ~ παγωτό; ΑΝΤ. πολύ (1) ● Υποκ.: λιγάκι & λιγουλάκι ● ΦΡ.: κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο & (σπάν.) κάθε τρεις και δυο (προφ.): πολύ συχνά: ~ ~, μας κουβαλιέται/τρέχει στους γιατρούς., λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... (προφ.): για κάτι που δεν συνέβη, αν και έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει: ~ έλειψε να πιαστούν στα χέρια. ~ ακόμα και θα χάναμε την πτήση. ~ ήθελε να αποβληθεί. Πβ. μόνο που δεν, παραλίγο, σχεδόν.|| (με αναφορά στο παρόν-μέλλον:) Η κατάσταση ~ θέλει για να/και θα ξεφύγει., λίγο πολύ/λίγο ή πολύ/λίγο ως(/έως) πολύ (προφ.): σε έναν ορισμένο βαθμό, περίπου: ~ ~ όλοι έχουν δίκιο. Η ιστορία είναι ~ ~ γνωστή σε όλους. Όλοι ~ ~ θα έχετε ακούσει για ... Πβ. πάνω κάτω., λίγο-λίγο & λίγο λίγο (προφ.-επιτατ.): (για ποσότητα ή χρονικό διάστημα) αργά, βαθμιαία, σταδιακά: ~ ~ θα συνηθίσεις. Ρίχνουμε ~ ~ το γάλα. Πβ. ολίγον κατ' ολίγον. ΣΥΝ. σιγά-σιγά, ούτε λίγο ούτε πολύ (προφ.): για να δηλωθεί κάτι ξεκάθαρα και με ακρίβεια: ~ ~ μου ζήτησε να φύγω από το σπίτι. Την κατηγόρησαν ~ ~ για ... Αυτό ~ ~ (: δηλαδή) σημαίνει ότι ... Πβ. ουσιαστικά., παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα: παραλίγο. ΣΥΝ. σχεδόν, ποιος λίγο, ποιος πολύ & άλλος λίγο/λιγότερο, άλλος πολύ/περισσότερο (προφ.): περίπου όλοι: Ήταν όλοι ανακατεμένοι, ~ ~, σ’ αυτή την υπόθεση., κάτι λίγο βλ. κάτι ● βλ. λίγος [< μεσν. λίγο]

-μισι & -ήμισι

-μισι & -ήμισι: επίθημα απόλυτων αριθμητικών συνήθ. έως και το δεκαεννιά∙ δηλώνει μισή μονάδα επιπλέον: οκτώ-μισι/δεκά~/δωδεκά~. Tεσσερισ-ήμισι κ. τεσσερά-μισι.

πηγαίνω & πάω

πηγαίνω & πάωπη-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηγαίνεις κ. πας, πάει, πάμε, πάτε, πάν(ε) | πήγαινα, πήγα (να/θα πάω), προστ. πήγαινε, πηγαίνετε κ. πάτε, πηγαίν-οντας} 1. μετακινούμαι, κατευθύνομαι με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο συνήθ. προς συγκεκριμένο σημείο: ~ στα μαγαζιά/στην τράπεζα. ~ για ύπνο (= να κοιμηθώ)/για ψώνια (= να ψωνίσω). ~ει από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Πού/προς τα πού πας; Πάμε (για) μια βόλτα/να περπατήσουμε (λιγάκι). Από πού πάνε για το λιμάνι;|| Πήγαν (= έφυγαν για) διακοπές/εκδρομή/ταξίδι.|| ~ (= πετάγομαι) μια στιγμή μέχρι τον/στον φούρνο και επιστρέφω.|| Το λεωφορείο πάει στο κέντρο. -Πώς μπορεί να πάει κανείς μέχρι την παραλία; -Με αυτοκίνητο/καΐκι. Πβ. μεταβαίνω. Βλ. παρα-, πολυ-πάω. 2. (+ μέχρι/ως) φτάνω: Πήγα ως την πόρτα.|| (μτφ.) Η ομάδα έχει πάει μέχρι τον τελικό. 3. (+ από) περνώ, διέρχομαι: Πήγα από το σπίτι των γονιών μου. 4. (για οδηγό ή όχημα) κινούμαι: ~ει (= τρέχει) με εκατό (ενν. χιλιόμετρα) την ώρα. 5. συχνάζω κάπου, συνηθίζω να επισκέπτομαι ένα μέρος: ~ στο γυμναστήριο. ~ει (κάθε Σάββατο/με φίλους) στον κινηματογράφο. Πάμε θέατρο συχνά. 6. συνοδεύω, οδηγώ κάποιον· μεταφέρω κάτι: Πάω τα παιδιά στο πάρκο/σχολείο. Να σε πάω (= πετάξω) μέχρι το σπίτι; Με πήγε (= έβγαλε) για φαγητό.|| Πήγα τα σκουπίδια (στον κάδο)/τα χαρτιά για ανακύκλωση.|| (μτφ.) Τον πήγε (= έσυρε) στα δικαστήρια. 7. (+ για, μτφ.) προορίζομαι· βρίσκομαι πολύ κοντά σε κάτι: Σταφύλια που πάνε για (να γίνουν) κρασί/μούστο.|| ~ει για Δήμαρχος/Πρόεδρος (πβ. προαλείφομαι). ~ει (= βαίνει, οδεύει, είναι πολύ κοντά) για παγκόσμιο ρεκόρ/τη νίκη. 8. αναχωρώ, αποχωρώ, φεύγω: Άντε να ~ (κι εγώ σιγά σιγά). Καιρός/ώρα να ~ουμε.|| (ευχετ.) Να πας στο καλό! 9. (+ να, προφ.) προσπαθώ, επιχειρώ, δοκιμάζω: Πήγα να ανοίξω το φως και έπεσε η ασφάλεια. 10. (μτφ.-προφ.) ανατρέχω, μεταβαίνω: Πήγαινε στο τέλος της σελίδας/τρίτο κεφάλαιο. Ας πάμε (= μπούμε) στην ουσία του θέματος. 11. (μτφ.-προφ.) κοντεύω, κινδυνεύω: Πήγα (= λίγο έλειψε να, παραλίγο) να πεθάνω/τρελαθώ! 12. (μτφ.-προφ.) φοιτώ: ~ (στο) γυμνάσιο/λύκειο/πανεπιστήμιο. 13. (συνήθ. στον αόρ., μτφ.-προφ.) πεθαίνω: Πήγε από βαριά αρρώστια/γεράματα/σφαίρα.πηγαίνει & (προφ.) πάει 1. διαβιβάζεται: Η ανακοίνωση πήγε σε όλα τα κανάλια και τις εφημερίδες. 2. οδηγεί, καταλήγει, φτάνει, βγάζει: Στρίβουμε δεξιά, όπως ~ ο δρόμος. Το μονοπάτι ~ αριστερά. 3. (για χρόνο) φτάνει: Πήγε δώδεκα (η ώρα)/μεσάνυχτα. 4. εξελίσσεται: Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά! Τι έχει πάει στραβά;|| Ο αγώνας ~ για αναβολή (= οδηγείται προς).|| Δεν θυμάμαι πώς ~ ο σκοπός/το τραγούδι. 5. λειτουργεί, δουλεύει: Το ρολόι ~ μπροστά/πίσω. 6. ξοδεύεται, δαπανάται, διατίθεται: Πού πήγαν τα λεφτά; Τα κονδύλια πήγαν σε ... 7. ταιριάζει, συνδυάζεται: Δεν του ~ αυτό το πουκάμισο/χρώμα. Τα άσπρα/γυαλιά σού πάνε πολύ.|| Το άσπρο κρασί ~ με το ψάρι. 8. πέρασε, τέλειωσε: Πάει κι αυτός ο μήνας! Πάνε χρόνια από τότε.|| Πάει η ευκαιρία (= χάθηκε)! 9. κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο ~ η εγγραφή/το κιλό/η ταρίφα; 10. (για διαιρέτη ως προς τον διαιρετέο) χωράει, αναλογεί: Πόσο/πόσες φορές πάει το 8 στο 64; ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα βλ. στοίχημα ● ΦΡ.: αυτό πού το πας; (προφ.): για συμπληρωματικό στοιχείο που δεν είναι αμελητέο: Δεν έχω διάθεση να βγω, βρέχει κιόλας, ~ ~; , δεν μου πάει (η καρδιά) να ... (προφ.): δεν έχω το ψυχικό σθένος, δεν αισθάνομαι καλά να κάνω κάτι: ~ ~ τον στενοχωρήσω! ΣΥΝ. δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή), δεν πάει/πα να ... (προφ.): (για δήλωση αδιαφορίας) ας: ~ ~ λέει ό,τι θέλει, δεν με ενδιαφέρει.|| (υβριστ.) ~ ~ πνιγεί!, όπως πάει & κατά πώς πάει: όπως εξελίσσεται η κατάσταση: ~ ~, θα τρελαθώ! ~ ~ το πράγμα, αποκτά ενδιαφέρον., όπως πάω/πας (αρνητ. συνυποδ.): έτσι που ενεργώ/ενεργείς: Όπως πάω, θα μείνω από λεφτά. Έτσι όπως πας, θα φας το κεφάλι σου., όσο πάω/πάει και: όσο περνά ο καιρός: Όσο πάω και βελτιώνομαι. Η κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει. Η παρέα μας όσο πάει και μεγαλώνει., όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί μεγαλύτερη εμπειρία, υπεροχή σε κάτι: Τι μας λες τώρα, ~ ~!, πάει και …: για να αξιολογηθεί αρνητικά κάτι: Μα τι ~ ~ κάνει/λέει ο άνθρωπος!, πάει καλά (προφ.): εντάξει, καλώς: -Βάζουμε στοίχημα; -~ ~., πάει καλά/άσχημα (προφ.): έχει θετική ή αρνητική εξέλιξη: Τίποτα δεν (μου) ~ καλά σήμερα. Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Αν κάτι δεν πάει καλά, ενημέρωσέ με. Αν όλα πάνε καλά, αύριο θα είμαστε σπίτια μας (βλ. αν θέλει ο Θεός)., πάει κάτω: καταπίνεται: Δεν ~ ~ τίποτα/ούτε μπουκιά (: έχω χορτάσει, δεν μπορώ να φάω άλλο). Να πάνε ~ τα φαρμάκια., πάει με όλα & πάει παντού: συνδυάζεται, ταιριάζει με τα πάντα: Κρασί που ~ ~ (ενν. τα φαγητά). Χρώμα (ενν. ενδυμάτων ή υποδημάτων) που ~ ~. , πάει να πει & πα' να πει & παναπεί (προφ.): δηλαδή, σημαίνει: Μπλογκ ~ ~ ημερολόγιο. Αν δεν νικήσουμε, δεν ~ ~ ότι καταστρεφόμαστε., πάει παντού 1. απλώνεται: Ανακατεύουμε καλά το μείγμα, για να ~ ~ ο κιμάς και το τυρί. 2. (μτφ.) μεταφέρεται εύκολα: Συσκευή που είναι τόσο μικρή και ελαφριά, ώστε ~ ~., πάμε γι' άλλα: ως προτροπή για νέα αρχή, νέα προσπάθεια: Περασμένα ξεχασμένα και ~ ~. Χάσαμε, αλλά δεν πειράζει, ~ ~., πάμε!: (προτρεπτικά) προχωράμε, συνεχίζουμε, φεύγουμε: Έλα, ~! Αρκετά ξεκουραστήκαμε, ~ τώρα! Τι δουλειά έχουμε εμείς μαζί τους; ~ να φύγουμε.|| (επιφωνηματικά) Έτοιμοι; ~ (= ξεκινάμε)!, πας να ...: το έχεις βάλει σκοπό να: ~ ~ με τρελάνεις;, πας/είσαι καλά; & δεν πάμε/δεν(/σαν να μην) είμαστε καλά! (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή ως επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται ή δεν φέρεται σωστά: Παιδάκι μου, ~ ~ (= είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου, σοβαρολογείς); Κορίτσι μου, δεν ~ ~! Άααα, δεν πάμε καθόλου καλά!, πάω με κάποιον/μαζί του (προφ.): έρχομαι σε σεξουαλική επαφή: Πήγε (= κοιμήθηκε) μαζί της., πάω τα πράγματα: ωθώ την κατάσταση (κάπου): ~ ~ μπροστά/πιο πέρα/στα άκρα., πήγαινε & (σπάν.-λαϊκό) πάγαινε: φύγε: Άντε ~ από δω., πήγαινε-έλα & πηγαινέλα & πήγαιν' έλα (προφ.) 1. & (λαϊκό) σύρε/πάνε κι έλα: συνεχής κίνηση ή μετακίνηση: Αρχίσαμε τα ~ ~ στο νησί. Πβ. σούρτα-φέρτα. 2. & πήγαινε και έλα: μετάβαση και επιστροφή: ~ ~ κάναμε πέντε ώρες. Με κούρασε το πήγαινε και το έλα με το λεωφορείο. Βλ. ανέβα-κατέβα., πήγε/έπεσε να με φάει (μτφ.-προφ.): αντέδρασε πολύ έντονα εναντίον μου: Μόλις του ζήτησα λεφτά, ~ ~.|| Δεν τόλμησα να πω κάτι και έπεσαν να με φάνε (= μου επιτέθηκαν λεκτικά)., πού θα (μου) πάει (προφ.-εμφατ.) 1. για να δηλωθεί ότι κάτι θα γίνει, θα συμβεί: ~ ~, θα τα καταφέρω. Θα βρω χρόνο, ~ ~; 2. για να ειπωθεί ότι κάποιος δεν θα ξεφύγει, δεν θα γλιτώσει: ~ ~, θα τον βρω/πετύχω/πιάσω!, πού θα πάει; (εμφατ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση για κάτι ενοχλητικό, δυσάρεστο που πρέπει να σταματήσει: ~ ~ αυτή η κατάσταση; ~ ~ αυτό το πράγμα/το χάλι;, πού το πας; (προφ.): τι θέλεις να πεις, τι υπονοείς;, τα πάω/πηγαίνω με κάποιον (προφ.): έχω καλές ή κακές σχέσεις μαζί του: -Πώς τα πας/πάτε με τον φίλο σου; -Μια χαρά! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί δεν θα τα πάμε καθόλου καλά!, τον πάω (νεαν. αργκό): μου αρέσει: ~ ~ (με χίλια)! Δεν ~ ~ καθόλου/με τίποτα/μία! Πολύ σε ~, δικέ μου!|| Το ~ το καινούργιο σου κινητό! Πβ. κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι. ΣΥΝ. γουστάρω, του πήγε να & του πήγε τρεις και μία (προφ.): αισθάνθηκε μεγάλο φόβο., (κάτι) πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! βλ. διάβολος, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, ας πάει και το παλιάμπελο βλ. παλιάμπελο, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα βλ. αφήνω, βάζω/πάω στοίχημα βλ. στοίχημα, δεν (το) πάει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, δεν πάει άλλο! βλ. άλλο, δεν/να πά(ει) να χεστεί! βλ. χέζω, δουλεύει/πάει ρολόι βλ. ρολόι, είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα βλ. μέσα, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, και πάει λέγοντας βλ. λέω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, κάνω/πάω να ... βλ. κάνω, κάτι δεν πάει καλά βλ. καλά, κάτι πηγαίνει στραβά βλ. στραβός, κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, να πάει και να μη γυρίσει! βλ. γυρίζω, να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον βλ. πουλώ, όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν βλ. έρχομαι, πάει (για) φούντο βλ. φούντο, πάει άδικα βλ. άδικος, πάει για βρούβες βλ. βρούβα, πάει καπνός βλ. καπνός, πάει κατά δια(β)όλου βλ. διάβολος, πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, πάει πακέτο με κάποιον/κάτι βλ. πακέτο, πάει περίπατο βλ. περίπατος, πάει πολύ βλ. πολύ, πάει στον διά(β)ολο/διάλο βλ. διάβολος, πάει στράφι βλ. στράφι, πάει/πηγαίνει άπατος βλ. άπατος, πάει/πηγαίνει τρένο βλ. τρένο, πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο βλ. σύννεφο, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, πάμε για (έναν) καφέ; βλ. καφές, πάνε μαζί βλ. μαζί, πάω πάσο βλ. πάσο, πάω πίσω βλ. πίσω, πάω φουλ για ... βλ. φουλ, πάω/πηγαίνω κόντρα βλ. κόντρα, πάω/πηγαίνω με τα νερά κάποιου βλ. νερό, πάω/πηγαίνω μπροστά βλ. μπροστά, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι βλ. καρότσι, πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια βλ. χίλιοι, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία, πηγαίνει καλά η μέρα (μου) βλ. μέρα, πηγαίνει το μυαλό μου (σε κάτι/κάποιον) βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, πηγαίνω μια κόντρα βλ. κόντρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος βλ. μαλλί, πήγε σπίτι του βλ. σπίτι, πήγε ταμείο βλ. ταμείο, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, πόσο πάει το μαλλί; βλ. μαλλί, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; βλ. βρίσκω, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς πάει; βλ. πώς, σόι πάει το βασίλειο βλ. βασίλειο, τα λεφτά πάνε στα λεφτά βλ. λεφτά, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, τι θα πει βλ. λέω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ, φιρί φιρί (το) πάει βλ. φιρί φιρί [< μεσν. πηγαίνω < μτγν. ὑπάγω]

πουλάκι

πουλάκιπου-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό πτηνό: Τα ~ια κελαηδούν/τιτιβίζουν. 2. (προφ.) το γεννητικό όργανο συνήθ. αγοριού. ΣΥΝ. τσουτσουνάκι ● ΦΡ.: (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! (προφ.): χάθηκε η ευκαιρία, η δυνατότητα: Ελπίζω να μην καθυστερήσει, γιατί τότε ~ ~. Τώρα είναι πια αργά, ~ ~., α, το πουλάκι μου! (ειρων.): όταν γίνει αντιληπτό ότι κάποιο φαινομενικά αθώο πρόσωπο έχει κάνει κάτι μεμπτό: ~ ~! Μας κορόιδευε τόσο καιρό!, ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε (προφ.): κάποιος μου είπε κρυφά: ~ ~ ότι/πως λες ψέματα. Πού το έμαθες εσύ αυτό; -Μου τό 'πε ένα πουλάκι., κοίτα το πουλάκι! (συνήθ. παλαιότ.): για να εστιαστεί η προσοχή του προσώπου που φωτογραφίζεται στον φακό., πουλάκι μου: οικ. προσφών. πολυαγαπημένου προσώπου νεαρής ηλικίας: Κοιμάται το ~ (= μωρό) μου! Τι έχεις, ~ ~/τι έχει το ~ ~; Ήρθαν τα ~ια ~ (: πιτσουνάκια μου)!, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι που ειπώθηκε είναι άσχετο με το θέμα ή ότι κάποιος είναι αδιάφορος ή ανόητος: Καλά! ~ ~, μου φαίνεται ότι δεν ξέρει τι λέει. Εγώ προσπαθώ να του εξηγήσω, κι αυτός είναι ~ ~ (πβ. πέρα βρέχει)., τρώει σαν πουλάκι (προφ.): είναι λιτοδίαιτος., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι βλ. κοιμάμαι ● βλ. πουλί [< μεσν. πουλάκι]

ταχύτητα

ταχύτητατα-χύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ταχυτήτων} 1. ΦΥΣ. ο ρυθμός μεταβολής της θέσης ενός κινούμενου σώματος ως προς τη μονάδα του χρόνου: αργή/αρχική/ασύλληπτη/διαστημική/κανονική/μεγάλη/μέγιστη/μέση/οριακή/πραγματική/σταθερή/στιγμιαία/υπερηχητική ~. ~ διάδοσης κύματος/εκκίνησης/εκτόξευσης/περιστροφής/πτήσης/ροής. Η ~ του ανέμου/ήχου. Διπλασιασμός/μέτρηση/υπολογισμός της ~ας. Βλ. επιτάχυνση.|| (για όχημα) Όριο ~ας. Μειωτές ~ας (= σαμαράκια). Κλήση για υπερβολική ~. Η ~ ελέγχεται με ραντάρ. Η ~ αυξάνεται/μειώνεται/πέφτει στα ... χιλιόμετρα την ώρα. Ο οδηγός αναπτύσσει/ελαττώνει/κατεβάζει ~. Το αυτοκίνητο κινείται/τρέχει με ~ ... χιλιομέτρων.|| (προφ.) Το αμάξι πιάνει τρελές ~ες.|| Με την ~ του φωτός (= πολύ γρήγορα).|| (ΧΗΜ.) ~ καύσης. Βλ. -ύτητα. 2. (γενικότ.) ο ρυθμός με τον οποίο γίνεται κάτι· γρήγορη κίνηση: ιλιγγιώδης ~. Η ~ της αντίδρασης (πβ. αμεσότητα, γρηγορ-, σβελτ-άδα). Στην εποχή της ~ας. Ο κόσμος αλλάζει με απίστευτη ~. ΑΝΤ. βραδύτητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) Υψηλή/χαμηλή ~. ~ εκτύπωσης/μεταφοράς δεδομένων. Αναβάθμιση/βελτίωση ~ας ΑDSL. Αύξηση της ~ας πρόσβασης/σύνδεσης στο ίντερνετ.|| Αγώνες ~ας (βλ. ράλι). Ρεκόρ ~ας από αμφίβιο όχημα.|| (ΑΘΛ., στον στίβο) Δρόμος ~ας (πβ. σπριντ). 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. σύστημα σχέσεων οχήματος, που προσαρμόζει τη ροπή και τις στροφές του κινητήρα στις ανάγκες της κίνησης και κυρ. καθένας από τους συνδυασμούς του συστήματος αυτού· (συνεκδ.-στον πληθ.) κιβώτιο ή μοχλός ταχυτήτων: αυτόματες/χειροκίνητες ~ες. Αλλάζω/βάζω/βγάζω ~. Ποδήλατο με/χωρίς ~ες. Βλ. πρώτη, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη. ● ΣΥΜΠΛ.: λεβιέ(ς)/μοχλός ταχυτήτων: ΜΗΧΑΝΟΛ. όργανο αλλαγής ταχυτήτων: δερμάτινος ~ ~. Κάλυμμα ~έ ~. [< γαλλ. levier de vitesse ] , γωνιακή ταχύτητα βλ. γωνιακός, κεκτημένη ταχύτητα βλ. κεκτημένος, κιβώτιο (ταχυτήτων) βλ. κιβώτιο, νεκρή ταχύτητα βλ. νεκρός, ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (αιμοσφαιρίων) βλ. καθίζηση, χύτρα ταχύτητας βλ. χύτρα ● ΦΡ.: δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων: για άνιση μεταχείριση ή εξέλιξη: εργαζόμενοι/κοινωνία/πολίτες/πρωτάθλημα/σχολεία ~ ~. Αμοιβές/μισθολόγιο πολλών ταχυτήτων. Βλ. κατηγορία. [< γαλλ. à deux vitesses] , ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, κόβω ταχύτητα βλ. κόβω, με αστραπιαία ταχύτητα/με ταχύτητα αστραπής βλ. αστραπή, με κινηματογραφική ταχύτητα βλ. κινηματογραφικός [< αρχ. ταχύτης 2,3: γαλλ. vitesse]

τελεία

τελείατε-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στίξης (.) που συνήθ. δηλώνει το τέλος περιόδου λόγου ή αποτελεί σύμβολο σε ειδικές γλώσσες· γενικότ. κουκκίδα: (ΓΡΑΜΜ.) χρήση της ~ας στα ακρωνύμια/στις συντομογραφίες. ΣΥΝ. στιγμή. Βλ. αποσιωπητικά, εισαγωγικά, ερωτηματικό, θαυμαστικό, κόμμα, παρένθεση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ., σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις:) ... ~ com. Πβ. ντοτ κομ.|| (ΦΥΣ.) Κβαντικές ~ες (: μικροσκοπικοί σβόλοι ημιαγωγών).|| (μτφ.) Το νησί μου, μια ~ στον χάρτη. 2. ΜΟΥΣ. σύμβολο της βυζαντινής παρασημαντικής, που χρησιμοποιείται στην απαγγελία του Ευαγγελίου και του Αποστόλου και γράφεται με κόκκινο μελάνι. ● Υποκ.: τελίτσα (η) 1. στη σημ. 1. 2. {στον πληθ.} είδος παιχνιδιού σε έντυπο (όπως περιοδικό με σταυρόλεξα) με αριθμημένες τελείες που ενώνονται για να σχηματίσουν μια εικόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία & διπλή τελεία & άνω και κάτω στιγμή: ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (:) που δηλώνει είτε ότι ακολουθεί αυτούσιο απόσπασμα άλλου κειμένου είτε ότι τα επόμενα επεξηγούν τα προηγούμενα., άνω τελεία: σημείο στίξης (·) που δηλώνει παύση μεγαλύτερης διάρκειας από το κόμμα και μικρότερης από την τελεία. Βλ. ημιπερίοδος1., τρεις τελείες: αποσιωπητικά (...). ● ΦΡ.: βάζω μια (άνω) τελεία (μτφ.-προφ.): διακόπτω προσωρινά: Έχουν βάλει ~ ~ στην υπόθεση., βάζω τελεία (μτφ.-προφ.): δίνω οριστικό τέλος σε ένα θέμα: Βάλε ~ και προχώρα παρακάτω., μέχρι τελείας: πιστά, επακριβώς: εφαρμογή της νομοθεσίας ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι κεραίας, τελεία και παύλα (μτφ.-εμφατ.-προφ.): για δήλωση οριστικού τέλους, οριστικής απόφασης χωρίς περιθώρια υπαναχώρησης: Δεν θα πας πουθενά, ~ ~! ΣΥΝ. τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε, τελίτσες τελίτσες (προφ.): αποσιωπητικά· λέγεται ή γράφεται για να μην αναφερθεί κάτι απρεπές. [< μτγν. τελεία (στιγμή), γαλλ. point, αγγλ. dot]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.