Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τριγενής , ής, ές τρι-γε-νής επίθ. {τριγεν-ούς | -είς, (ουδ. -ή)}: ΓΡΑΜΜ. (για επίθετο) που έχει τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο): Το "δυνατός, -ή, -ό" είναι ~ές.|| (ως ουσ.) Τα ~ή και δικατάληκτα σε -ής, -ές. Βλ. -γενής. [< μτγν. τριγενής]

-γενής

-γενής, ής, ές {-γενούς (προφ.) -γενή | -γενείς (ουδ. -γενή)}: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν προέλευση, σύσταση ή σειρά σε κλίμακα: αλλο~/ανομοιο~/γη~/δι~/εγ~/ελληνο~/ενδο~/εξω~/ερωτο~/ετερο~/ευ~/θνησι~/ιθα~/ιο~/καρκινο~/λατινο~/μονο~/ομο~/ομοιο~/παθο~/ρηξι~/σεισμο~/συγ~/τρι~/ψυχο~. Bλ. -γόνος.|| Πρωτο~/δευτερο~/τριτο~.