Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τρικολόρε τρι-κο-λό-ρε επίθ. {άκλ.} (προφ.): τρίχρωμος και κατ' επέκτ. πολύχρωμος: (ΜΑΓΕΙΡ.) σαλάτα ~.|| Έβαψε το δωμάτιό του ~.|| (μειωτ.) ~ μαλλί.|| (ως ουσ.) ~ (ενν. ζυμαρικά) με σπανάκι. [< ιταλ.-γαλλ. tricolore, αγγλ. tricolore salad]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.