Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τριποντάκιας τρι-πο-ντά-κιας ουσ. (αρσ.) & τριποντάς (αργκό): μπασκετμπολίστας με μεγάλη ευστοχία στα σουτ τριών πόντων. Βλ. -άκιας. [< αμερικ. three-pointer, 1962]

-άκιας

-άκιας{-άκηδες}: παραγωγικό επίθημα αρσενικών ουσιαστικών με μειωτική συνήθ. σημασία: εξυπν~/τυχερ~.|| Γυαλ~/καλοπερασ~/μουστ~/μπαχαλ~/τσαντ~.