Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τρισμύριοι , ες, α τρι-σμύ-ρι-οι επίθ. {αρσ. τρισμυρί-ων, -ους} (αρχαιοπρ.) 1. (αριθμητ. απόλ.) τριάντα χιλιάδες. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ μεγάλος αριθμός, πλήθος. [< αρχ. τρισμύριοι]