Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τριτεγγυητής, τριτεγγυήτρια τρι-τεγ-γυ-η-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που υπογράφει για την παροχή τριτεγγύησης. [< γερμ. Wechselbürge]