Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • τριχιά τρι-χιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σχοινί, συνήθ. χοντρό, από τρίχες ζώου. ● ΦΡ.: κάνω την τρίχα τριχιά: υπερβάλλω, μεγαλοποιώ κάτι ασήμαντο: ~ει ~ για να τον λυπηθούν. [< μτγν. τριχία]
  • τριχίαση τρι-χί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση των βλεφάρων κατά την οποία οι βλεφαρίδες στρέφονται προς τον βολβό, βλάπτοντας τον επιπεφυκότα και τον κερατοειδή. Βλ. εντρόπιο, -ίαση. [< μτγν. τριχίασις, γαλλ.-αγγλ. trichiasis]

εντρόπιο

εντρόπιο[ἐντρόπιο] ε-ντρό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία το βλέφαρο, συνήθ. το κάτω, στρέφεται προς τα μέσα. Βλ. βλεφαρόπτωση, τριχίαση. ΑΝΤ. εκτρόπιο [< γαλλ.-αγγλ. entropion]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.