Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τρομάρα τρο-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): φόβος, λαχτάρα: Πήρε μια ~ μόλις τον είδε/το έμαθε! Έμεινε άφωνος από την ~ του. Μ' έπιασε ~! ● ΦΡ.: μια χαρά και δυο τρομάρες (ειρων.): για αρνητική, άσχημη κατάσταση: Είμαι/όλα πάνε ~ ~. Πβ. άστα (να πάνε), μην τα ρωτάς, χάλια., τρομάρα του & τρομάρα να του 'ρθει (ειρων.): για να σχολιαστεί δηκτικά η συμπεριφορά κάποιου: Κάνει και τον συγγραφέα, ~ ~! Τι την ήθελα τη δίαιτα, ~ μου! Παραπονιέσαι κιόλας, ~ σου/να σου 'ρθει! [< μεσν. τρομάρα]