τροποποίηση τρο-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τροποποιώ: ~ της άδειας (κυκλοφορίας εμβολίου)/των διατάξεων/των δρομολογίων/του κανονισμού (λειτουργίας ενός οργανισμού)/του καταστατικού (π.χ. σωματείου)/του ποινικού κώδικα/της προκήρυξης/του προϋπολογισμού. Προτεινόμενες ~ήσεις. Αποδοχή των ~ήσεων. Έκανα ~ήσεις (= αλλαγές) στο αρχικό μου πρόγραμμα. Προβαίνει σε ~ήσεις. Πβ. αναθεώρηση.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ συμπεριφοράς. (ΒΙΟΛ.) Γενετική ~. Πβ. μεταβολή. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. modification]
-ποίηση
-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.