Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τροφή τρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. οποιαδήποτε ουσία λαμβάνεται από οργανισμό και του εξασφαλίζει τη συντήρηση και την ανάπτυξή του: βασική/ελαφρά/επαρκής/ιδανική/καθημερινή/κύρια/μαγειρεμένη/πλήρης/ποιοτική/πολύτιμη/υγρή ~. Αλκαλικές/αλλοιωμένες/βιομηχανοποιημένες/βλαβερές/βρεφικές/επεξεργασμένες/έτοιμες/όξινες/παιδικές/τυποποιημένες/υγιεινές/φυσικές/ωμές ~ές. Λήψη/πηγή/στέρηση/χορήγηση ~ής. Απορρόφηση/αφομοίωση/πέψη/συστατικά της ~ής. Διαταραχές πρόσληψης ~ής (βλ. βουλιμία, νευρική ανορεξία). Υπερβολική κατανάλωση ~ής. ~ές πλούσιες σε ασβέστιο (/λιπαρά)/υψηλής θρεπτικής αξίας/φτωχές σε σίδηρο. ~ές ολικής αλέσεως. Ομάδες/(θρεπτικά) συστατικά ~ών. Περιεκτικότητα ~ών σε υδατάνθρακες. Πβ. τρόφιμα, φαγώσιμα. Βλ. δια~, υπερ~.|| Εξασφάλιση/παροχή ~ής και στέγης. Πβ. φαγητό.|| ~ές σκύλων (= σκυλο~)/ψαριών (πβ. ζωο~, βλ. γατο~). Ζώα που κυνηγούν/συλλέγουν την ~ τους. Πουλιά που μεταναστεύουν προς αναζήτηση ~ής. Τα φυτά παράγουν την ~ τους (βλ. αυτότροφος).|| (μτφ.) Τα γράμματα είναι ~ για το μυαλό/τη σκέψη/την ψυχή. 2. (λόγ.) αφορμή: Έδωσαν ~ (= λαβή) για σχόλια. Τα ερωτήματά της αποτελούν ~ για διάλογο/για προβληματισμό/προς συζήτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: μασημένη τροφή (μτφ.): γνώσεις, ιδέες, απόψεις που λαμβάνονται έτοιμες από άλλους και δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας: Δεν τρώμε τη ~ ~ που μας δίνουν., ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή βλ. ακάθαρτος, ενεργειακές τροφές βλ. ενεργειακός, ξηρά τροφή βλ. ξηρός, πνευματική τροφή βλ. πνευματικός, στερεά τροφή βλ. στερεός [< 1: αρχ. τροφή, γαλλ. nourriture]

ακάθαρτος

ακάθαρτος, η, ο [ἀκάθαρτος] α-κά-θαρ-τος επίθ. 1. που δεν έχει καθαριστεί, βρόμικος: ~ος: δρόμος/χώρος. ~η: κουζίνα/τουαλέτα. ~ο: πιάτο. ~ες: παραλίες. ~α: νύχια/ρούχα/χέρια. Πβ. ακαθάριστος, ρυπαρός. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (συνήθ. για υγρό) που δεν έχει απαλλαγεί από ξένες, περιττές ουσίες: ~η: βενζίνη. ~ο: νερό/οινόπνευμα. ~α: έλαια. Πβ. ακαθάριστος, αφιλτράριστος. 3. (μτφ.) που δεν έχει εξαγνιστεί, ανήθικος: ~ος: λογισμός (= πονηρός). ~η: επιθυμία/σκέψη/ψυχή. ~ και αμαρτωλός. ΣΥΝ. μιαρός ΑΝΤ. αγνός (1) ● Ουσ.: ακάθαρτα (ύδατα) (τα): βρόμικα νερά: Βιολογικός καθαρισμός ~άρτων. Δίκτυο (μεταφοράς των ομβρίων και) ~άρτων του Δήμου. Πβ. λύματα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή: ΘΡΗΣΚ. που θεωρούνται μιαρά βάσει θρησκευτικών αντιλήψεων., ακάθαρτο πνεύμα: ΘΕΟΛ. Σατανάς και (γενικότ. στον πληθ.) δαίμονες: Καταλαμβάνεται/υποφέρει από τα ~α ~ατα., ακάθαρτο αίμα βλ. αίμα, αργό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο [< αρχ. ἀκάθαρτος]

βουλιμία

βουλιμίαβου-λι-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αίσθημα έντονης πείνας και υπερβολική κατανάλωση τροφής: ψυχογενής ~. ~ και παχυσαρκία. Πβ. πολυ-, υπερ-φαγία. 2. (γενικότ.) λαιμαργία: Έτρωγε/καταβρόχθιζε με ~ το φαγητό. Βλ. λιγούρα, χορτασμός. ΣΥΝ. αδηφαγία (2) 3. (μτφ.) έντονη επιθυμία για κάτι: επεκτατική/ερωτική/κερδοσκοπική ~. Ακόρεστη ~ για εξουσία. Πβ. απληστία, πλεονεξία. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρική βουλιμία & νευρογενής βουλιμία: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή που εμφανίζεται σε νεαρές κυρ. γυναίκες, χαρακτηρίζεται από παρορμητική υπερφαγία και οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια. Βλ. νευρική ανορεξία. [< αγγλ. bulimia nervosa, 1979] [< 2: αρχ. βουλιμία, γαλλ. boulimie, αγγλ. bulimy]

ενεργειακός

ενεργειακός, ή, ό [ἐνεργειακός] ε-νερ-γει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ενέργεια και τις μορφές της: ~ός: μετασχηματισμός/πλούτος (ενός τόπου). ~ή: αναβάθμιση (κτιρίων)/αυτοδυναμία (της χώρας)/εξοικονόμηση/επανάσταση (βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας)/κατανάλωση/πολιτική/τροφοδοσία/φτώχεια. ~ό: δυναμικό (: η διαθέσιμη ενέργεια περιοχής)/ισοζύγιο (: η ενέργεια που παράγεται και καταναλώνεται από ένα σύστημα ή μια χώρα)/πεδίο/πιστοποιητικό. ~οί: πόροι. ~ές: ανάγκες/δαπάνες. ~ά: αποθέματα. ~-βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίων. ~ή και περιβαλλοντική τεχνολογία. ~ή αξιοποίηση απορριμμάτων (βλ. βιομάζα). Χώρα που αποτελεί ~ό δίαυλο (/κόμβο)/~ή δύναμη. Βλ. βιο~.|| ~ά: αναψυκτικά/ποτά (: που δίνουν ενέργεια).|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. πρόβλημα). ● επίρρ.: ενεργειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακές τροφές: που έχουν μεγάλα αποθέματα υδατανθράκων., ενεργειακή κλάση/σήμανση: κατηγορία (A έως G) στην οποία κατατάσσεται (βάση κοινοτικής οδηγίας) μια ηλεκτρική συσκευή ανάλογα με την ενέργεια που καταναλώνει: κλιματιστικό με ~ ~ Α (: χαμηλή κατανάλωση)., ενεργειακά φυτά/ενεργειακές καλλιέργειες βλ. φυτό, ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση, ενεργειακή ασφάλεια βλ. ασφάλεια, ενεργειακή βαθμονόμηση κτιρίου βλ. βαθμονόμηση, ενεργειακή επιθεώρηση βλ. επιθεώρηση, ενεργειακή κρίση βλ. κρίση, ενεργειακό αποτύπωμα βλ. αποτύπωμα, ενεργειακό μείγμα βλ. μείγμα, ενεργειακό ποτό βλ. ποτό, θερμιδική/ενεργειακή αξία βλ. θερμιδικός, θεωρία των ζωνών βλ. ζώνη, κυψέλη καυσίμου/ενεργειακή κυψέλη βλ. κυψέλη [< αγγλ. energy, γαλλ. énergétique]

ξηρός

ξηρός, ή/(λόγ.) ά, ό ξη-ρός επίθ. 1. που δεν έχει νερό, υγρασία, βροχές ή βλάστηση: ~ός: αέρας/βήχας (= ξερόβηχας)/καιρός/τόπος (= ξερότοπος). ~ή: ατμόσφαιρα/δόμηση/επιδερμίδα (ΑΝΤ. λιπαρός)/εποχή/ζώνη/θερμότητα/περιοχή/σκόνη. ~ό: έδαφος/κλίμα/περιβάλλον. ~ά: μαλλιά. ~ (= στεγνός) καθαρισμός χαλιών. Πβ. άνυδρος, ξερός.|| Λιπαρά/λίπος επί ~ού 40% (: το ποσοστό λίπους, αν από το προϊόν είχε αφαιρεθεί όλο το νερό που περιέχει). ΑΝΤ. βροχερός (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. οποιοδήποτε στοιχείο περιλαμβάνει χημικά που δεν βρίσκονται σε υγρή μορφή: ~ή: μπαταρία. ~ό: (ηλεκτρικό) στοιχείο (συσσωρευτή). Εκρηκτικό σε ~ή κατάσταση.|| (ειδικότ.) ~ός: ατμός. ~ή: απόσταξη (: χωρίς αέρα). ~ή: αποτύπωση (= ξηρογραφία). 3. (μτφ.) χωρίς χρώμα, ιδιαιτερότητα ή ποικιλία, βαρετός, μονότονος: ~ό: ύφος (γραφής, κειμένου). ● ΣΥΜΠΛ.: ξηρά τροφή: τρόφιμα που δεν είναι νωπά και δεν περιέχουν υγρά: ~ ~ για γάτες/σκύλους. ~ ~ σε κονσέρβα., ξηροί καρποί (περιληπτ.): αποξηραμένοι καρποί ή σπόροι με εδώδιμη ψίχα, όπως αμύγδαλα, ηλιόσποροι, καρύδια, κάσιους, σταφίδες, στραγάλια, σύκα, φιστίκια, φουντούκια: αλατισμένοι/ανάλατοι/άψητοι/καβουρδισμένοι/καραμελωμένοι ~ ~. ~ ~ με κέλυφος. Γιαούρτι/κουλουράκια/σαλάτα με ~ούς ~ούς. Βλ. παρελκόμενα. ΣΥΝ. ξηροκάρπια, ξηρός οίνος/ξηρό κρασί: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. χωρίς υπόλοιπο ζάχαρης μετά τη ζύμωση: ερυθρός/λευκός/ροζέ ~ ~. Βλ. γλυκός, ημίξηρος. [< γαλλ. vin sec] , ξηρός πάγος βλ. πάγος, ξηρός τάφος βλ. τάφος [< 1: αρχ. ξηρός 2: γαλλ. sec, sèche]

πνευματικός

πνευματικός, ή, ό πνευ-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πνεύμα: ~ός: αγώνας/έρωτας/λήθαργος/πλούτος/πολιτισμός. ~ή: αναγέννηση/αναζήτηση/δημιουργία/δραστηριότητα/δύναμη/εξέλιξη/επικοινωνία/εργασία (ΑΝΤ. χειρωνακτική)/ζωή/καλλιέργεια/κατάσταση/κούραση/παραγωγή/ωρίμανση. ~ό: περιβάλλον/συμπόσιο. ~οί: θησαυροί/ορίζοντες. ~ές: ανάγκες/ανησυχίες/ασχολίες/ικανότητες. ~ά: ενδιαφέροντα/εφόδια/χαρίσματα. Σωματική, ψυχική και ~ή υγεία. Άτομα με ~ή αναπηρία (= νοητική υστέρηση). ~ό και ιδεολογικό κίνημα/ρεύμα. ~οί και καλλιτεχνικοί κύκλοι. Πβ. διανοητικός. Βλ. αντι~, ψυχο~. 2. (κατ' επέκτ.) άυλος: ~ά: αγαθά (ΑΝΤ. υλικά)/όντα (= ουράνιες/υπερφυσικές δυνάμεις). 3. ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: ~ό: πιστολέτο. ~οί: αυτοματισμοί/κινητήρες/κύλινδροι. ~ά: όργανα (μετρήσεων)/συστήματα. Βλ. ηλεκτρο~, υδρο~. ● Ουσ.: πνευματικός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. εξομολόγος. [< μεσν. πνευματικός] ● επίρρ.: πνευματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματικά δικαιώματα & δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας 1. ΝΟΜ. τα νομικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών στο έργο τους, τα οποία απαγορεύουν τη χρήση προϊόντων της διάνοιας από τρίτους, χωρίς την έγκριση του δημιουργού τους: Τα ~ ~ των κειμένων/φωτογραφιών ανήκουν στο ίδρυμα ... Ο συγγραφέας διατηρεί/έχει τα ~ ~ του έργου. Το λογισμικό προστατεύεται από (τα ελληνικά και διεθνή) ~ ~. Πβ. κοπιράιτ. Βλ. ΟΠΙ. 2. (συνεκδ.) η αμοιβή του δημιουργού για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του έργου του από τρίτους. [< γαλλ. droits de propriété intellectuelle] , πνευματική ηγεσία (λόγ.): διανοούμενοι: η ~ ~ του τόπου (= ιντελιγκέντσια)., πνευματική κληρονομιά & παράδοση: τα πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα ενός συνόλου ανθρώπων ή ενός ανθρώπου του πνεύματος: η ~ ~ ενός λαού/μιας χώρας. Πβ. κουλτούρα, πολιτισμός.|| Ο μεγάλος καλλιτέχνης άφησε πίσω τη δική του ~ ~., πνευματική τροφή: οτιδήποτε συμβάλλει στην πνευματική ανάπτυξη: Τα βιβλία αποτελούν ~ ~. ΑΝΤ. υλική τροφή., πνευματικό ίδρυμα: κάθε πολιτιστικό ή κυρ. εκπαιδευτικό ίδρυμα. Βλ. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο., πνευματικός ηγέτης 1. πνευματικός καθοδηγητής: οι ~οί ~ες του λαού. Πβ. οργανικός διανοούμενος, ταγός. 2. θρησκευτικός ηγέτης: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο ~ ~ των απανταχού Ορθοδόξων. Βλ. αγιατολάχ, βραχμάνος, γκουρού, Δαλάι Λάμα., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία βλ. ελευθερία, πνευματική διαύγεια/διαύγεια πνεύματος βλ. διαύγεια, πνευματική ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, πνευματική μητέρα βλ. μητέρα, πνευματική οικοδομή βλ. οικοδομή, πνευματική συγγένεια βλ. συγγένεια, πνευματική/διανοητική ηλικία βλ. ηλικία, πνευματικό κέντρο βλ. κέντρο, πνευματικό τέκνο/παιδί βλ. τέκνο, πνευματικό/σωληνωτό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο, πνευματικός πατέρας βλ. πατέρας, πνευματικός/ή αδελφός/ή βλ. αδελφός [< 1,2: μτγν. πνευματικός, γαλλ. intellectuelle 3: αγγλ. pneumatic, γαλλ. pneumatique]

στερεός

στερεός, ή/(λόγ.) ά, ό στε-ρε-ός επίθ. 1. ΦΥΣ. (για υλικό σώμα) που έχει τα χαρακτηριστικά των στερεών: ~ός: πάγος/πυρήνας (της Γης)/φλοιός. ~ή: επιφάνεια/κατάσταση/μάζα/μορφή/πίσσα/ύλη/φάση. ~ό: αντικείμενο/διάλυμα/υλικό/υπόλειμμα. ~ά: κατάλοιπα/καύσιμα (: άνθρακας, τύρφη, ξύλα)/προϊόντα/στοιχεία/συστατικά/σωματίδια.|| ~ά: γωνία (: κορυφή τρισδιάστατου σχήματος). ~ό: σώμα (: κύβος, σφαίρα, κώνος). Βλ. αέριος, ημι~, υγρός. ΣΥΝ. συμπαγής (1) 2. που δεν μεταβάλλεται εύκολα από την επίδραση εξωτερικών δυνάμεων, σταθερός: ~ός: σκελετός (κτιρίου). ~ή: κατασκευή. ~ά: τοιχώματα/χρώματα.|| (μτφ.) ~ός: δεσμός. ~ή: απόφαση (πβ. ακλόνητη)/ισορροπία. ΣΥΝ. στέρεος ● επίρρ.: στερεά: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στερεά απόβλητα/απορρίμματα: οποιοδήποτε υλικό στερεάς μορφής αποβάλλεται από βιομηχανικές, εμπορικές, μεταλλευτικές, αγροτικές και αστικές δραστηριότητες: επικίνδυνα/τοξικά ~ ~. Συλλογή, αποκομιδή, διάθεση ~ών ~ων. Βλ. ανακύκλωση, βιομάζα. [< αγγλ. solid waste] , στερεά τροφή: η οποία χρειάζεται μάσημα, σε αντίθεση με αυτή που βρίσκεται σε υγρή μορφή: Το μωρό ξεκινάει να τρώει ~ ~ κατά τον έκτο μήνα. [< αρχ. στερεός, γαλλ. solide]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.