Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • τροχοπέδη τρο-χο-πέ-δη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε παρεμποδίζει ή διακόπτει την πορεία κατάστασης, ενέργειας ή διαδικασίας: ~ της ανάκαμψης/προόδου. Τα προβλήματα αποτελούν/είναι/συνιστούν ~ για την (τουριστική) ανάπτυξη. Το άγχος λειτουργεί ως ~ στην επίτευξη του στόχου μας. Ο τραυματισμός στάθηκε ~ στην καριέρα του. Πβ. εμπόδιο, πρόσκομμα, φραγμός. Βλ. -πέδη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. φρένο: ~ έκτακτης ανάγκης/πορείας/στάθμευσης. [< μτγν. τροχοπέδη, γαλλ. frein]
  • τροχοπέδηση τρο-χο-πέ-δη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φρενάρισμα: ~ μηχανημάτων/(μοτο)ποδηλάτων. Σύστημα/φώτα ~ης. Πβ. πέδηση.|| (μτφ.) ~ της εξέλιξης/προσπάθειας. Πβ. επιβράδυνση, παρακώλυση, παρεμπόδιση. [< γαλλ. freinage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.