Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τρούφα τρού-φα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. σοκολάτα σε κομματάκια ή λεπτούς κόκκους ως γαρνιτούρα σε γλυκίσματα: πολύχρωμη ~. Κέικ/παγωτό με ~. 2. ΒΟΤ. υπόγειο εδώδιμο μανιτάρι (γένος Tuber) που ζει στις ρίζες φυτών και δέντρων, έχει σχήμα περ. στρογγυλό (Tuber magnatum) και φημίζεται για τη γεύση του: λευκή/μαύρη (θερινή/χειμωνιάτικη: Tuber brumale) ~. Καλλιέργεια/συλλογή ~ας.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Πάστα ~ας. Κοτόπουλο με ~.τρούφες (οι): ΖΑΧΑΡ. σοκολατένια γλυκίσματα, συνήθ. στρογγυλά, πασπαλισμένα με μικρά κομμάτια σοκολάτας: ~ με καρύδα/κάστανο. ~ με γεύση καφέ. Βλ. κοκ2, μακαρόν. ● Υποκ.: τρουφάκια (τα), τρουφίτσα (η) [< γαλλ. truffe]

κοκ2

κοκ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με δύο στρογγυλά κομμάτια παντεσπάνι που έχουν κρέμα ανάμεσά τους και είναι περιχυμένα με σοκολάτα. Βλ. εκλέρ, μακαρόν, σου, τρούφα. ● Υποκ.: κοκάκι (το)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.