Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • εν τινι τρόπω

    τρό-πος ουσ. (αρσ.) 1. μέσο, σύστημα, μέθοδος: άμεσος/απλός/αποτελεσµατικός/γνωστός/εναλλακτικός/ευέλικτος/εύκολος/πρακτικός ~. ~ αξιοποίησης (του ελεύθερου χρόνου)/δήλωσης (π.χ. συμμετοχής)/διάκρισης (των ικανοτήτων)/διδασκαλίας/επικοινωνίας/κατασκευής/λειτουργίας (συσκευής)/οργάνωσης/σκέψης/συμπεριφοράς/σύνδεσης (σωμάτων καλοριφέρ)/υπολογισμού/χρήσης (προϊόντος). ~οι αντιμετώπισης (φαινομένου)/αποστολής (μηνύματος)/διασκέδασης/μάθησης/μεταφοράς/πληρωμής/προστασίας/συνεργασίας. ~ εφαρμογής ενός σχεδίου. Το διαδίκτυο άλλαξε τον ~ο που επικοινωνούμε. Δεν βρίσκει ~ο να επιστρέψει. Δεν υπάρχει ~ διαφυγής/~ να πειστεί. Θα βοηθήσει με όποιον ~ο μπορεί/με τον δικό του ~ο. Το κενό πρέπει να καλυφθεί με άλλον ~ο. Έχει αποδείξει με πολλούς/χίλιους ~ους την αξία του.|| Με τους ακόλουθους ~ους. Με αυτό τον ~ο/Κατ' αυτόν τον ~ο (= έτσι) η εργασία γίνεται ευκολότερη. Μιλά με τέτοιον ~ο, ώστε να γίνεται κατανοητή (= έτσι ώστε).|| Διάλεξε με τυχαίο ~ο (= τυχαία). Δικαιολογήθηκε με έξυπνο ~ο (= έξυπνα). 2. συμπεριφορά: απαράδεκτος/άψογος ~. Δεν είναι ~ αυτός! Δεν μου αρέσουν οι ~οι του.|| Με τον ~ο του στάθηκε στο πλευρό τους. Προσπάθησε με τον ~ο της να τους πλησιάσει. Πβ. φέρσιμο.|| Έχει κακούς/καλούς/λεπτούς/ωραίους ~ους. Δεν έχει ~ους (: είναι ανάγωγος). Κάποιος πρέπει να του μάθει ~ους. Πβ. διαγωγή. 3. ΜΟΥΣ. το είδος της κλίμακας από την οποία έχουν ληφθεί οι φθόγγοι μουσικής σύνθεσης: αιολικός/δωρικός/πεντατονικός/φρύγιος ~. Ελάσσων/μείζων ~. Εκκλησιαστικοί ~οι. 4. ΝΟΜ. (σε διαθήκη ή δωρεά) υποχρέωση που επιβάλλεται σε κληρονόμο με όρο να την εκπληρώσει: εκτέλεση του ~ου. Κληροδοσίες υπό ~ο. 5. ΓΡΑΜΜ. ποιόν ενεργείας. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόπος ζωής: σύνολο δραστηριοτήτων, αντιλήψεων, συμπεριφορών κοινωνικής ομάδας ή ανθρώπου: αστικός/δυτικός/καθημερινός/καταναλωτικός/κυρίαρχος/νομαδικός/παραδοσιακός/σύγχρονος/υγιεινός/φυσικός ~ ~. Ακολουθώ/αφομοιώνω/επιβάλλω/επιλέγω/υιοθετώ έναν ~ο ~.|| Η γυμναστική/ποίηση είναι για μένα ~ ~. Έχει κάνει το τραγούδι ~ ~., μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός ● ΦΡ.: έχει (έναν/τον) τρόπο να: μπορεί, έχει την ικανότητα: ~ τον ~ο να σε κερδίζει αμέσως. ~ έναν ~ο να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Δεν έχει ~ο να υπερασπιστεί τον εαυτό του., έχει τον τρόπο του (προφ., συνήθ. ως υπονοούμενο για κάποιον εύπορο): τα βολεύει, τα καταφέρνει: Μην ανησυχείς γι' αυτήν, ~ ~ της., κατά/με κάποιο(ν) τρόπο & (λόγ.) τρόπον τινά: κάπως: Προσπαθεί ~ ~ να τον προσεγγίσει. Με το ύφος του επιβάλλει ~ ~ την άποψή του. ΣΥΝ. υπό/κατά μία έννοια, με κάθε τρόπο & (λόγ.) διά παντός τρόπου & παντί τρόπω: με οποιοδήποτε μέσο: Διευκολύνει/ενισχύει ~ ~ το έργο τους. Με στήριξαν ~ ~.|| Το μήνυμα πρέπει να δοθεί ~ ~ (= εξάπαντος, οπωσδήποτε) σε όλους., με τι/ποιον τρόπο; & (λογ.) τίνι τρόπω;: πώς: ~ ~ θα έρθει;, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο: έτσι ή αλλιώς: Θα το μάθαινε ~ ~. Απασχόλησε, ~ ~, κριτικούς και συγγραφείς., με τρόπο (προφ.) 1. κατάλληλα ή ευγενικά, διακριτικά: Προσπάθησε να του το πει ~ ~, ώστε να μη θυμώσει. Της είπε ~ ~ ότι ενοχλήθηκε. 2. κρυφά: Άφησε το δώρο ~ ~ και έφυγε., τρόπος του λέγειν (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν λέγεται κυριολεκτικά: Πήρε το καπελάκι του, ~ ~, κι έγινε καπνός. Πβ. ας πούμε, που λέει ο λόγος., κατ' ουδένα(ν) τρόπο βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, κατά περίεργο τρόπο βλ. περίεργος, με επίσημο τρόπο βλ. επίσημος, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< 1,2,3: αρχ. τρόπος, γαλλ. mode]

  • τροπόσφαιρα τρο-πό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας που εκτείνεται από την επιφάνεια της Γης μέχρι την αρχή της στρατόσφαιρας: θέρμανση/όζον της ~ας. Βλ. τροπόπαυση. [< γαλλ. troposphère, πριν από το 1913, αγγλ. troposphere, 1908]
  • τροποσφαιρικός , ή, ό τρο-πο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που υπάρχει ή συμβαίνει στην τροπόσφαιρα: ~ό: όζον. ~ή: σκέδαση. [< γαλλ. troposphérique, αγγλ. tropospheric]

επίσημος

επίσημος, η, ο [ἐπίσημος] ε-πί-ση-μος επίθ. 1. που προέρχεται από συγκεκριμένη εξουσία, διοίκηση, Αρχή, που έχει θεσπιστεί κυρ. από το κράτος· που τυγχάνει γενικής αναγνώρισης· που ισχύει τυπικά, αλλά όχι απαραίτητα και ουσιαστικά: ~η: αργία (πβ. εθνική εορτή)/θρησκεία/κατοικία (αξιωματούχου)/ονομασία (κράτους)/συμφωνία. ~ο: νόμισμα/όργανο (κόμματος). Το ~ο κράτος. Η ~η ιατρική (βλ. εναλλακτική). Πβ. καθιερωμένος, νόμιμος.|| (για πρόσ. ή εταιρεία) ~ος: αντιπρόσωπος/εισαγωγέας/φορέας/χορηγός (εκδήλωσης, οργάνωσης). ~ο: κατάστημα (αθλητικής ομάδας). ~οι: κύκλοι (: πολιτικοί ή δημοσιογραφικοί)/ομιλητές (: σύμφωνα με το πρόγραμμα συνεδρίου). Πβ. εξουσιοδοτημένος.|| (για έντυπο, έρευνα, πληροφορία) ~η: απογραφή/εφημερίδα/ιστοσελίδα/μετάφραση/στατιστική. ~ο: ανακοινωθέν/αντίγραφο (βλ. επικυρωμένος)/έγγραφο (π.χ. ταυτότητα)/πιστοποιητικό/πόρισμα. ~ες: δηλώσεις/πηγές. ~α: αποτελέσματα (εκλογών)/αρχεία/παραστατικά/πρακτικά. Σύμφωνα με ~α στοιχεία ... Πβ. αξιόπιστος, έγκυρος. Βλ. ημι~.|| Ο ~ λόγος της παραίτησής του. Η ~η εκδοχή (των γεγονότων)/θέση (της κυβέρνησης). ΑΝΤ. ανεπίσημος (1), άτυπος (1) 2. που ακολουθεί ένα ορισμένο τυπικό και έχει συνήθ. δημόσιο ή/και εορταστικό χαρακτήρα: ~ος: εορτασμός. ~η: ανάληψη (καθηκόντων)/έκδοση/έναρξη (αγώνων)/επίσκεψη (του πρωθυπουργού)/ημέρα (κυκλοφορίας προϊόντος)/πρόσκληση/συνεδρίαση/τελετή/υποδοχή. ~ο: γεύμα/δείπνο/ματς (βλ. φιλικό)/συμβόλαιο. ~οι: χαιρετισμοί. ~ες: εκδηλώσεις/συναντήσεις. ~α: εγκαίνια (βλ. προεγκαίνια). Η ~η πρώτη του έργου (= πρεμιέρα).|| ~ος: τόνος. ~ο: ύφος. Πβ. επιβλητικός, πομπώδης. ΑΝΤ. άτυπος (1) 3. (για ένδυση) που φοριέται σε ειδικές περιστάσεις, όπως γιορτές, σε αντιδιαστολή με το καθημερινό ή το πρόχειρο: ~η: στολή. ~ο: ένδυμα/κουστούμι (βλ. γαμπριάτικο, σμόκιν)/φόρεμα (βλ. τουαλέτα). ~α: ρούχα. Πβ. αμπιγιέ, εορταστικός, κυριλέ. Βλ. απλός, κάζουαλ, σπορ. 4. επιφανής, διακεκριμένος: ~οι: καλεσμένοι/προσκεκλημένοι. ~α: πρόσωπα. Πβ. βιπ, διάσημος. ● Ουσ.: επίσημοι (οι) {επισήμ-ων}: (κρατικοί) αξιωματούχοι, εξέχουσες προσωπικότητες του δημόσιου βίου: ξένοι ~. Αποχώρηση/άφιξη/εξέδρα/θέσεις/θύρα/προσέλευση/υποδοχή (των) ~ων. ● επίρρ.: επίσημα & (λόγ.) επισήμως ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημα χείλη: για πρόσωπο που είναι αρμόδιο και συνήθ. εκπροσωπεί έναν φορέα: Από ~ ~ της εταιρείας/της κυβέρνησης ακούγεται ότι ... Η δήλωση/είδηση προέρχεται από ~ ~., επίσημη γλώσσα: που η χρήση της έχει αναγνωριστεί καταστατικά από κράτος ή οργανισμό για τη σύνταξη επίσημων κειμένων: οι ~ες ~ες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η καθιέρωση της Δημοτικής ως ~ης ~ας το 1976. , επίσημη γραμμή βλ. γραμμή, επίσημη ώρα βλ. ώρα, επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση ● ΦΡ.: με επίσημο τρόπο: σύμφωνα με το τυπικό: Η πρόταση κατατέθηκε ~ ~. [< αρχ. ἐπίσημος, αγγλ. official, formal, γαλλ. officiel]

κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα

κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένακα-νείς & κα-νέ-νας, κα-μί-α & κα-μιά, κα-νέ-να αόρ. αντων. {κανενός, (λαϊκό) θηλ. καμιανής | κ. (προφ.) αρσ. κανάς & κάνας, ουδ. κανά & κάνα} 1. (+ αρνητ. πρόταση) ούτε ένας: -Ποιος ήταν; -~. ~ από εμάς/τους δεν γνώριζε. ~ δεν είναι τέλειος. Δεν είμαι υπέρ κανενός.|| (ως επίθ.) Κανένας λόγος ανησυχίας. Καμία (απολύτως) αλλαγή/απάντηση/δικαιολογία/ελπίδα. Κανένα αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ίχνος/σημάδι/σχόλιο. Κανενός είδους. Δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν έχω ανάγκη καμιάς υποστήριξης. Δεν μου άρεσε κανένα φαγητό (= τίποτα). ΣΥΝ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. (αόριστ.) κάποιος: Ακούει/μίλησε ~; Μήπως ξέρει ~ πού είναι; Θέλει ~ καφέ; Τσίχλα ~;|| Όπως μπορεί ~ (= καθένας). Τι να πει κανείς! Είναι ν' απορεί κανείς! Αξίζει τον κόπο να το ψάξει ~. Δεν είπε ~ (= δεν είπα) πως δεν αξίζεις, απλά θέλεις δουλειά ακόμη.|| (ως επίθ.) Θα 'ρθει κάνας άλλος; Καμιά μέρα θα δεις που ... Κάνε και καμιά δουλειά! Ρίξε καμιά ματιά! Πού και πού λέμε και καμιά καλημέρα. Κανά νέο; Τι θα έλεγες για κανένα σινεμά; 3. (προφ.) για να δηλωθεί απαξίωση: Αν με ζητήσει καμιά μάνα μου, πες της ... Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανάς κούκλος; Δεν είναι και κανένα αριστούργημα! Δεν είμαι κανά μικρό παιδί να με κοροϊδεύεις. 4. περίπου: Θα πάρει κανά χρόνο. Να περιμένεις μετά από καμιά βδομάδα! Καμιά δεκαριά. Χάσε κανένα/κανά κιλό! Σε κανά μισάωρο, θα 'μαι πίσω. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα (προφ.): για αριθμό, ποσό κατά προσέγγιση: ~ σαρανταριά άτομα/ευρώ/κιλά/σελίδες/χρονών (= πάνω κάτω/περίπου σαράντα). Μαζεύτηκαν ~ κατοσταριά νοματαίοι. Στο 'χω πει ~ εκατοστή φορές!, κανά δυο & κανάς δυο (προφ.) : περίπου ένα με δύο· λίγοι, μερικοί: ~ ~ φορές/χρόνια. Σε ~ ~ ώρες. Θα βγει με ~ ~ φίλους. Ήπιαμε ~ ~ τρία ποτάκια. Θα είμαστε εσύ κι εγώ, άντε και κανάς δυο άλλοι. Πβ. δυο τρεις, ένας δυο., με κανέναν τρόπο & με καμία δύναμη/κυβέρνηση (προφ.-εμφατ.): σε καμία περίπτωση, καθόλου: Δεν θέλω ~ ~ να ... Δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη/να το επιτρέψω ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί (λόγω), με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, με την καμία (αργκό): με τίποτα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, καμία σχέση βλ. σχέση, καμιά φορά βλ. φορά, κανένα πρόβλημα! βλ. πρόβλημα, σε καμία περίπτωση βλ. περίπτωση, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα [< μεσν. κανείς]

μαγικός

μαγικός, ή, ό μα-γι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τη μαγεία, την ταχυδακτυλουργία ή λειτουργεί με τρόπο ανεξήγητο: ~ός: καθρέφτης/λόγος. ~ή: δύναμη/ζώνη/πέτρα/πηγή/σκέψη/σκόνη/σκούπα/σφαίρα/τέχνη. ~ό: δαχτυλίδι/λυχνάρι/σύμβολο/φίλτρο/χαλί (= ιπτάμενο). ~οί: πάπυροι. ~ές: ιδιότητες/ικανότητες/τελετές. ~ά: βότανα.|| ~ή: τράπουλα. ~ό: κουτί. ~ά: κόλπα (= τρικ).|| Δεν υπάρχει ~ή θεραπεία για τις ασθένειες. 2. (μτφ.) μαγευτικός ή εντυπωσιακός: ~ός: κόσμος (του διαδικτύου/της μουσικής)/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/πόλη/στιγμή/φωνή. ~ό: καλοκαίρι/νησί/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: ενέργεια/κεφαλιά/μπαλιά. ~ό: γκολ/πλασέ/σουτ. Πβ. θαυμαστός. 3. (μτφ.) εξαιρετικά σημαντικός και δυσεύρετος: Άφαντα τα ~ά χαρτάκια (= εισιτήρια) για το ντέρμπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικά τετράγωνα: ΜΑΘ. τετραγωνικοί πίνακες που περιέχουν ακέραιους αριθμούς τοποθετημένους σε γραμμές και στήλες με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε γραμμή, στήλη και οι δύο διαγώνιοι να έχουν το ίδιο άθροισμα. [< γαλλ. carré magique] , μαγική εικόνα 1. που περιέχει μια δεύτερη κρυμμένη εικόνα: σταυρόλεξα, κρυπτόλεξα και ~ές ~ες. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα: ~ ~ η οικονομική ανάπτυξη., μαγικό νούμερο (μτφ.): που αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο: Στο ~ ~ (: εκπληκτικό ποσοστό) 60% έφτασε η θεαματικότητα της εκπομπής. ΣΥΝ. μαγικός αριθμός (1), μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος (μτφ.): εύκολoς τρόπος που οδηγεί αυτόματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Δεν υπάρχει ~ ~ για να χάσει κανείς βάρος. Πβ. βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος., μαγικός αριθμός 1. μαγικό νούμερο. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. που εμφανίζει θαυμαστές ή αξιοπερίεργες ιδιότητες: To 7 και το 12 θεωρούνταν ~οί ~οί από πολλούς αρχαίους λαούς. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. καθένας από τους αριθμούς 2, 8, 20, 28, 50, 82, 126, όταν εκφράζουν το σύνολο των πρωτονίων, των νετρονίων ή και των δύο σε έναν ατομικό πυρήνα, στον οποίο προσδίδουν μεγάλη ευστάθεια. ● ΦΡ.: κάνω μαγικά 1. (προφ.) εντυπωσιάζω με τις ικανότητες ή τις επιδόσεις μου: (για ποδοσφαιριστή) ~ει ~ με την μπάλα. Η νέα έκδοση του προγράμματος ~ει ~. 2. κάνω μάγια. [< 1: μτγν. μαγικός 2,3: γαλλ. magique, enchanteur, αγγλ. magic]

περίεργος

περίεργος, η, ο πε-ρί-ερ-γος επίθ. 1. (για πρόσ.) γεμάτος περιέργεια· κατ' επέκτ. αδιάκριτος: Είμαι ~ να ακούσω τι έχει να πει/(για το) τι θα γίνει. Πβ. φιλο~.|| ~οι: γείτονες. Είναι ~η, της αρέσει να χώνει τη μύτη της παντού (ΑΝΤ. διακριτική). Μακριά από τα ~α βλέμματα του κόσμου. 2. παράξενος, ασυνήθιστος, αφύσικος: ~ος: θόρυβος/πόνος. ~η: ιστορία/κατάσταση/περίπτωση/σύμπτωση. ~ο: περιστατικό/συναίσθημα. ~ες: αντιλήψεις. ~α: γούστα/σύμβολα/συμπτώματα. ~η και αψυχολόγητη συμπεριφορά. Ασκεί μια ~η γοητεία/έλξη. ~α πράγματα συμβαίνουν! Πβ. αλλόκοτος, αξιο~, παράδοξος.|| Μου φαίνεται (πολύ) ~ο που δεν έχει απαντήσει. (Δεν είναι) διόλου/καθόλου ~ο που/(το γεγονός) ότι ...|| Μέρη όπου συχνάζουν κάθε λογής ~οι/~α (και ύποπτα) στοιχεία. 3. ιδιότροπος: ~η: προσωπικότητα. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πολύ ~. Πβ. ιδιόρρυθμος. ● Ουσ.: περίεργο (το): καθετί ασυνήθιστο και κατ' επέκτ. αξιοσημείωτο: Το ~ (της όλης υπόθεσης) είναι ότι ... Δεν βλέπω/δεν βρίσκω κάτι το ~ στις κινήσεις του. Τα ~α του κόσμου. Τελευταία της έχουν τύχει διάφορα/πολλά ~α. ● επίρρ.: περίεργα: Κοιτούσε ~.|| Ντύνεται/συμπεριφέρεται ~. Ένιωσα πολύ ~. Βλ. περιέργως. ● ΦΡ.: κατά περίεργο τρόπο: περιέργως: ~ ~, δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα. [< μτγν. περίεργος]

τροπόπαυση

τροπόπαυσητρο-πό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. ατμοσφαιρικό στρώμα μεταξύ τροπόσφαιρας και στρατόσφαιρας: ύψος της ~ης. [< γαλλ. tropopause, 1936, αγγλ. ~, 1918]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.