Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- εν τινι τρόπω τρό-πος ουσ. (αρσ.) 1. μέσο, σύστημα, μέθοδος: άμεσος/απλός/αποτελεσµατικός/γνωστός/εναλλακτικός/ευέλικτος/εύκολος/πρακτικός ~. ~ αξιοποίησης (του ελεύθερου χρόνου)/δήλωσης (π.χ. συμμετοχής)/διάκρισης (των ικανοτήτων)/διδασκαλίας/επικοινωνίας/κατασκευής/λειτουργίας (συσκευής)/οργάνωσης/σκέψης/συμπεριφοράς/σύνδεσης (σωμάτων καλοριφέρ)/υπολογισμού/χρήσης (προϊόντος). ~οι αντιμετώπισης (φαινομένου)/αποστολής (μηνύματος)/διασκέδασης/μάθησης/μεταφοράς/πληρωμής/προστασίας/συνεργασίας. ~ εφαρμογής ενός σχεδίου. Το διαδίκτυο άλλαξε τον ~ο που επικοινωνούμε. Δεν βρίσκει ~ο να επιστρέψει. Δεν υπάρχει ~ διαφυγής/~ να πειστεί. Θα βοηθήσει με όποιον ~ο μπορεί/με τον δικό του ~ο. Το κενό πρέπει να καλυφθεί με άλλον ~ο. Έχει αποδείξει με πολλούς/χίλιους ~ους την αξία του.|| Με τους ακόλουθους ~ους. Με αυτό τον ~ο/Κατ' αυτόν τον ~ο (= έτσι) η εργασία γίνεται ευκολότερη. Μιλά με τέτοιον ~ο, ώστε να γίνεται κατανοητή (= έτσι ώστε).|| Διάλεξε με τυχαίο ~ο (= τυχαία). Δικαιολογήθηκε με έξυπνο ~ο (= έξυπνα). 2. συμπεριφορά: απαράδεκτος/άψογος ~. Δεν είναι ~ αυτός! Δεν μου αρέσουν οι ~οι του.|| Με τον ~ο του στάθηκε στο πλευρό τους. Προσπάθησε με τον ~ο της να τους πλησιάσει. Πβ. φέρσιμο.|| Έχει κακούς/καλούς/λεπτούς/ωραίους ~ους. Δεν έχει ~ους (: είναι ανάγωγος). Κάποιος πρέπει να του μάθει ~ους. Πβ. διαγωγή. 3. ΜΟΥΣ. το είδος της κλίμακας από την οποία έχουν ληφθεί οι φθόγγοι μουσικής σύνθεσης: αιολικός/δωρικός/πεντατονικός/φρύγιος ~. Ελάσσων/μείζων ~. Εκκλησιαστικοί ~οι. 4. ΝΟΜ. (σε διαθήκη ή δωρεά) υποχρέωση που επιβάλλεται σε κληρονόμο με όρο να την εκπληρώσει: εκτέλεση του ~ου. Κληροδοσίες υπό ~ο. 5. ΓΡΑΜΜ. ποιόν ενεργείας. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόπος ζωής: σύνολο δραστηριοτήτων, αντιλήψεων, συμπεριφορών κοινωνικής ομάδας ή ανθρώπου: αστικός/δυτικός/καθημερινός/καταναλωτικός/κυρίαρχος/νομαδικός/παραδοσιακός/σύγχρονος/υγιεινός/φυσικός ~ ~. Ακολουθώ/αφομοιώνω/επιβάλλω/επιλέγω/υιοθετώ έναν ~ο ~.|| Η γυμναστική/ποίηση είναι για μένα ~ ~. Έχει κάνει το τραγούδι ~ ~., μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός ● ΦΡ.: έχει (έναν/τον) τρόπο να: μπορεί, έχει την ικανότητα: ~ τον ~ο να σε κερδίζει αμέσως. ~ έναν ~ο να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Δεν έχει ~ο να υπερασπιστεί τον εαυτό του., έχει τον τρόπο του (προφ., συνήθ. ως υπονοούμενο για κάποιον εύπορο): τα βολεύει, τα καταφέρνει: Μην ανησυχείς γι' αυτήν, ~ ~ της., κατά/με κάποιο(ν) τρόπο & (λόγ.) τρόπον τινά: κάπως: Προσπαθεί ~ ~ να τον προσεγγίσει. Με το ύφος του επιβάλλει ~ ~ την άποψή του. ΣΥΝ. υπό/κατά μία έννοια, με κάθε τρόπο & (λόγ.) διά παντός τρόπου & παντί τρόπω: με οποιοδήποτε μέσο: Διευκολύνει/ενισχύει ~ ~ το έργο τους. Με στήριξαν ~ ~.|| Το μήνυμα πρέπει να δοθεί ~ ~ (= εξάπαντος, οπωσδήποτε) σε όλους., με τι/ποιον τρόπο; & (λογ.) τίνι τρόπω;: πώς: ~ ~ θα έρθει;, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο: έτσι ή αλλιώς: Θα το μάθαινε ~ ~. Απασχόλησε, ~ ~, κριτικούς και συγγραφείς., με τρόπο (προφ.) 1. κατάλληλα ή ευγενικά, διακριτικά: Προσπάθησε να του το πει ~ ~, ώστε να μη θυμώσει. Της είπε ~ ~ ότι ενοχλήθηκε. 2. κρυφά: Άφησε το δώρο ~ ~ και έφυγε., τρόπος του λέγειν (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν λέγεται κυριολεκτικά: Πήρε το καπελάκι του, ~ ~, κι έγινε καπνός. Πβ. ας πούμε, που λέει ο λόγος., κατ' ουδένα(ν) τρόπο βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, κατά περίεργο τρόπο βλ. περίεργος, με επίσημο τρόπο βλ. επίσημος, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< 1,2,3: αρχ. τρόπος, γαλλ. mode]
- τροπόσφαιρα τρο-πό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας που εκτείνεται από την επιφάνεια της Γης μέχρι την αρχή της στρατόσφαιρας: θέρμανση/όζον της ~ας. Βλ. τροπόπαυση. [< γαλλ. troposphère, πριν από το 1913, αγγλ. troposphere, 1908]
- τροποσφαιρικός , ή, ό τρο-πο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που υπάρχει ή συμβαίνει στην τροπόσφαιρα: ~ό: όζον. ~ή: σκέδαση. [< γαλλ. troposphérique, αγγλ. tropospheric]
επίσημος
επίσημος, η, ο [ἐπίσημος] ε-πί-ση-μος επίθ. 1. που προέρχεται από συγκεκριμένη εξουσία, διοίκηση, Αρχή, που έχει θεσπιστεί κυρ. από το κράτος· που τυγχάνει γενικής αναγνώρισης· που ισχύει τυπικά, αλλά όχι απαραίτητα και ουσιαστικά: ~η: αργία (πβ. εθνική εορτή)/θρησκεία/κατοικία (αξιωματούχου)/ονομασία (κράτους)/συμφωνία. ~ο: νόμισμα/όργανο (κόμματος). Το ~ο κράτος. Η ~η ιατρική (βλ. εναλλακτική). Πβ. καθιερωμένος, νόμιμος.|| (για πρόσ. ή εταιρεία) ~ος: αντιπρόσωπος/εισαγωγέας/φορέας/χορηγός (εκδήλωσης, οργάνωσης). ~ο: κατάστημα (αθλητικής ομάδας). ~οι: κύκλοι (: πολιτικοί ή δημοσιογραφικοί)/ομιλητές (: σύμφωνα με το πρόγραμμα συνεδρίου). Πβ. εξουσιοδοτημένος.|| (για έντυπο, έρευνα, πληροφορία) ~η: απογραφή/εφημερίδα/ιστοσελίδα/μετάφραση/στατιστική. ~ο: ανακοινωθέν/αντίγραφο (βλ. επικυρωμένος)/έγγραφο (π.χ. ταυτότητα)/πιστοποιητικό/πόρισμα. ~ες: δηλώσεις/πηγές. ~α: αποτελέσματα (εκλογών)/αρχεία/παραστατικά/πρακτικά. Σύμφωνα με ~α στοιχεία ... Πβ. αξιόπιστος, έγκυρος. Βλ. ημι~.|| Ο ~ λόγος της παραίτησής του. Η ~η εκδοχή (των γεγονότων)/θέση (της κυβέρνησης). ΑΝΤ. ανεπίσημος (1), άτυπος (1) 2. που ακολουθεί ένα ορισμένο τυπικό και έχει συνήθ. δημόσιο ή/και εορταστικό χαρακτήρα: ~ος: εορτασμός. ~η: ανάληψη (καθηκόντων)/έκδοση/έναρξη (αγώνων)/επίσκεψη (του πρωθυπουργού)/ημέρα (κυκλοφορίας προϊόντος)/πρόσκληση/συνεδρίαση/τελετή/υποδοχή. ~ο: γεύμα/δείπνο/ματς (βλ. φιλικό)/συμβόλαιο. ~οι: χαιρετισμοί. ~ες: εκδηλώσεις/συναντήσεις. ~α: εγκαίνια (βλ. προεγκαίνια). Η ~η πρώτη του έργου (= πρεμιέρα).|| ~ος: τόνος. ~ο: ύφος. Πβ. επιβλητικός, πομπώδης. ΑΝΤ. άτυπος (1) 3. (για ένδυση) που φοριέται σε ειδικές περιστάσεις, όπως γιορτές, σε αντιδιαστολή με το καθημερινό ή το πρόχειρο: ~η: στολή. ~ο: ένδυμα/κουστούμι (βλ. γαμπριάτικο, σμόκιν)/φόρεμα (βλ. τουαλέτα). ~α: ρούχα. Πβ. αμπιγιέ, εορταστικός, κυριλέ. Βλ. απλός, κάζουαλ, σπορ. 4. επιφανής, διακεκριμένος: ~οι: καλεσμένοι/προσκεκλημένοι. ~α: πρόσωπα. Πβ. βιπ, διάσημος. ● Ουσ.: επίσημοι (οι) {επισήμ-ων}: (κρατικοί) αξιωματούχοι, εξέχουσες προσωπικότητες του δημόσιου βίου: ξένοι ~. Αποχώρηση/άφιξη/εξέδρα/θέσεις/θύρα/προσέλευση/υποδοχή (των) ~ων. ● επίρρ.: επίσημα & (λόγ.) επισήμως ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημα χείλη: για πρόσωπο που είναι αρμόδιο και συνήθ. εκπροσωπεί έναν φορέα: Από ~ ~ της εταιρείας/της κυβέρνησης ακούγεται ότι ... Η δήλωση/είδηση προέρχεται από ~ ~., επίσημη γλώσσα: που η χρήση της έχει αναγνωριστεί καταστατικά από κράτος ή οργανισμό για τη σύνταξη επίσημων κειμένων: οι ~ες ~ες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η καθιέρωση της Δημοτικής ως ~ης ~ας το 1976. , επίσημη γραμμή βλ. γραμμή, επίσημη ώρα βλ. ώρα, επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση ● ΦΡ.: με επίσημο τρόπο: σύμφωνα με το τυπικό: Η πρόταση κατατέθηκε ~ ~. [< αρχ. ἐπίσημος, αγγλ. official, formal, γαλλ. officiel]
κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα
κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένακα-νείς & κα-νέ-νας, κα-μί-α & κα-μιά, κα-νέ-να αόρ. αντων. {κανενός, (λαϊκό) θηλ. καμιανής | κ. (προφ.) αρσ. κανάς & κάνας, ουδ. κανά & κάνα} 1. (+ αρνητ. πρόταση) ούτε ένας: -Ποιος ήταν; -~. ~ από εμάς/τους δεν γνώριζε. ~ δεν είναι τέλειος. Δεν είμαι υπέρ κανενός.|| (ως επίθ.) Κανένας λόγος ανησυχίας. Καμία (απολύτως) αλλαγή/απάντηση/δικαιολογία/ελπίδα. Κανένα αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ίχνος/σημάδι/σχόλιο. Κανενός είδους. Δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν έχω ανάγκη καμιάς υποστήριξης. Δεν μου άρεσε κανένα φαγητό (= τίποτα). ΣΥΝ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. (αόριστ.) κάποιος: Ακούει/μίλησε ~; Μήπως ξέρει ~ πού είναι; Θέλει ~ καφέ; Τσίχλα ~;|| Όπως μπορεί ~ (= καθένας). Τι να πει κανείς! Είναι ν' απορεί κανείς! Αξίζει τον κόπο να το ψάξει ~. Δεν είπε ~ (= δεν είπα) πως δεν αξίζεις, απλά θέλεις δουλειά ακόμη.|| (ως επίθ.) Θα 'ρθει κάνας άλλος; Καμιά μέρα θα δεις που ... Κάνε και καμιά δουλειά! Ρίξε καμιά ματιά! Πού και πού λέμε και καμιά καλημέρα. Κανά νέο; Τι θα έλεγες για κανένα σινεμά; 3. (προφ.) για να δηλωθεί απαξίωση: Αν με ζητήσει καμιά μάνα μου, πες της ... Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανάς κούκλος; Δεν είναι και κανένα αριστούργημα! Δεν είμαι κανά μικρό παιδί να με κοροϊδεύεις. 4. περίπου: Θα πάρει κανά χρόνο. Να περιμένεις μετά από καμιά βδομάδα! Καμιά δεκαριά. Χάσε κανένα/κανά κιλό! Σε κανά μισάωρο, θα 'μαι πίσω. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα (προφ.): για αριθμό, ποσό κατά προσέγγιση: ~ σαρανταριά άτομα/ευρώ/κιλά/σελίδες/χρονών (= πάνω κάτω/περίπου σαράντα). Μαζεύτηκαν ~ κατοσταριά νοματαίοι. Στο 'χω πει ~ εκατοστή φορές!, κανά δυο & κανάς δυο (προφ.) : περίπου ένα με δύο· λίγοι, μερικοί: ~ ~ φορές/χρόνια. Σε ~ ~ ώρες. Θα βγει με ~ ~ φίλους. Ήπιαμε ~ ~ τρία ποτάκια. Θα είμαστε εσύ κι εγώ, άντε και κανάς δυο άλλοι. Πβ. δυο τρεις, ένας δυο., με κανέναν τρόπο & με καμία δύναμη/κυβέρνηση (προφ.-εμφατ.): σε καμία περίπτωση, καθόλου: Δεν θέλω ~ ~ να ... Δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη/να το επιτρέψω ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί (λόγω), με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, με την καμία (αργκό): με τίποτα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, καμία σχέση βλ. σχέση, καμιά φορά βλ. φορά, κανένα πρόβλημα! βλ. πρόβλημα, σε καμία περίπτωση βλ. περίπτωση, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα [< μεσν. κανείς]
μαγικός
μαγικός, ή, ό μα-γι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τη μαγεία, την ταχυδακτυλουργία ή λειτουργεί με τρόπο ανεξήγητο: ~ός: καθρέφτης/λόγος. ~ή: δύναμη/ζώνη/πέτρα/πηγή/σκέψη/σκόνη/σκούπα/σφαίρα/τέχνη. ~ό: δαχτυλίδι/λυχνάρι/σύμβολο/φίλτρο/χαλί (= ιπτάμενο). ~οί: πάπυροι. ~ές: ιδιότητες/ικανότητες/τελετές. ~ά: βότανα.|| ~ή: τράπουλα. ~ό: κουτί. ~ά: κόλπα (= τρικ).|| Δεν υπάρχει ~ή θεραπεία για τις ασθένειες. 2. (μτφ.) μαγευτικός ή εντυπωσιακός: ~ός: κόσμος (του διαδικτύου/της μουσικής)/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/πόλη/στιγμή/φωνή. ~ό: καλοκαίρι/νησί/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: ενέργεια/κεφαλιά/μπαλιά. ~ό: γκολ/πλασέ/σουτ. Πβ. θαυμαστός. 3. (μτφ.) εξαιρετικά σημαντικός και δυσεύρετος: Άφαντα τα ~ά χαρτάκια (= εισιτήρια) για το ντέρμπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικά τετράγωνα: ΜΑΘ. τετραγωνικοί πίνακες που περιέχουν ακέραιους αριθμούς τοποθετημένους σε γραμμές και στήλες με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε γραμμή, στήλη και οι δύο διαγώνιοι να έχουν το ίδιο άθροισμα. [< γαλλ. carré magique] , μαγική εικόνα 1. που περιέχει μια δεύτερη κρυμμένη εικόνα: σταυρόλεξα, κρυπτόλεξα και ~ές ~ες. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα: ~ ~ η οικονομική ανάπτυξη., μαγικό νούμερο (μτφ.): που αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο: Στο ~ ~ (: εκπληκτικό ποσοστό) 60% έφτασε η θεαματικότητα της εκπομπής. ΣΥΝ. μαγικός αριθμός (1), μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος (μτφ.): εύκολoς τρόπος που οδηγεί αυτόματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Δεν υπάρχει ~ ~ για να χάσει κανείς βάρος. Πβ. βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος., μαγικός αριθμός 1. μαγικό νούμερο. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. που εμφανίζει θαυμαστές ή αξιοπερίεργες ιδιότητες: To 7 και το 12 θεωρούνταν ~οί ~οί από πολλούς αρχαίους λαούς. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. καθένας από τους αριθμούς 2, 8, 20, 28, 50, 82, 126, όταν εκφράζουν το σύνολο των πρωτονίων, των νετρονίων ή και των δύο σε έναν ατομικό πυρήνα, στον οποίο προσδίδουν μεγάλη ευστάθεια. ● ΦΡ.: κάνω μαγικά 1. (προφ.) εντυπωσιάζω με τις ικανότητες ή τις επιδόσεις μου: (για ποδοσφαιριστή) ~ει ~ με την μπάλα. Η νέα έκδοση του προγράμματος ~ει ~. 2. κάνω μάγια. [< 1: μτγν. μαγικός 2,3: γαλλ. magique, enchanteur, αγγλ. magic]
περίεργος
περίεργος, η, ο πε-ρί-ερ-γος επίθ. 1. (για πρόσ.) γεμάτος περιέργεια· κατ' επέκτ. αδιάκριτος: Είμαι ~ να ακούσω τι έχει να πει/(για το) τι θα γίνει. Πβ. φιλο~.|| ~οι: γείτονες. Είναι ~η, της αρέσει να χώνει τη μύτη της παντού (ΑΝΤ. διακριτική). Μακριά από τα ~α βλέμματα του κόσμου. 2. παράξενος, ασυνήθιστος, αφύσικος: ~ος: θόρυβος/πόνος. ~η: ιστορία/κατάσταση/περίπτωση/σύμπτωση. ~ο: περιστατικό/συναίσθημα. ~ες: αντιλήψεις. ~α: γούστα/σύμβολα/συμπτώματα. ~η και αψυχολόγητη συμπεριφορά. Ασκεί μια ~η γοητεία/έλξη. ~α πράγματα συμβαίνουν! Πβ. αλλόκοτος, αξιο~, παράδοξος.|| Μου φαίνεται (πολύ) ~ο που δεν έχει απαντήσει. (Δεν είναι) διόλου/καθόλου ~ο που/(το γεγονός) ότι ...|| Μέρη όπου συχνάζουν κάθε λογής ~οι/~α (και ύποπτα) στοιχεία. 3. ιδιότροπος: ~η: προσωπικότητα. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πολύ ~. Πβ. ιδιόρρυθμος. ● Ουσ.: περίεργο (το): καθετί ασυνήθιστο και κατ' επέκτ. αξιοσημείωτο: Το ~ (της όλης υπόθεσης) είναι ότι ... Δεν βλέπω/δεν βρίσκω κάτι το ~ στις κινήσεις του. Τα ~α του κόσμου. Τελευταία της έχουν τύχει διάφορα/πολλά ~α. ● επίρρ.: περίεργα: Κοιτούσε ~.|| Ντύνεται/συμπεριφέρεται ~. Ένιωσα πολύ ~. Βλ. περιέργως. ● ΦΡ.: κατά περίεργο τρόπο: περιέργως: ~ ~, δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα. [< μτγν. περίεργος]
τροπόπαυση
τροπόπαυσητρο-πό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. ατμοσφαιρικό στρώμα μεταξύ τροπόσφαιρας και στρατόσφαιρας: ύψος της ~ης. [< γαλλ. tropopause, 1936, αγγλ. ~, 1918]