Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τρύγος τρύ-γος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. τρυγητός 1. συγκομιδή κυρ. ώριμων σταφυλιών αλλά και άλλων καρπών ή προϊόντων: όψιμος/πρώιμος ~. ~ των αμπελιών/της σταφίδας. Η γιορτή του ~ου. Πβ. τρύγηση.|| ~ της ελιάς/του μελιού. ΣΥΝ. τρύγημα 2. (συνεκδ.) εποχή του τρύγου: Άρχισε/ξεκίνησε/τελείωσε ο ~. ● ΦΡ.: θέρος, τρύγος, πόλεμος βλ. θέρος1 [< μτγν. τρύγος]

θέρος1

θέρος1θέ-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): θερισμός· κατ' επέκτ. η εποχή κατά την οποία γίνεται: εργαλεία/καιρός/τραγούδια του ~ου. ● ΦΡ.: θέρος, τρύγος, πόλεμος (παροιμ.): για να δηλωθεί η σπουδαιότητα και η ανάγκη έγκαιρης επιτέλεσης ενός έργου που δεν επιδέχεται καθυστέρηση. [< αρχ. τό θέρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.