Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • τσίπουρο τσί-που-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό, οινοπνευματώδες ποτό ελληνικής προέλευσης, το οποίο προκύπτει από την απόσταξη στεμφύλων που έχουν υποστεί ζύμωση, συνήθ. με προσθήκη αρωματικών ουσιών: ~ με γλυκάνισο. ~ διπλής απόσταξης (: για βελτίωση της ποιότητάς του). Βάλε/πιες ένα ~ (: ποτήρι με ~). Πβ. ζιβανία, ρακή, σούμα2, τσικουδιά. Βλ. ούζο. ΣΥΝ. στεμφυλόπνευμα ● τσίπουρα (τα): στέμφυλα. ● Υποκ.: τσιπουράκι (το) [< μεσν. τσίπουρον < τουρκ. cibre]
  • τσιπουροκατάνυξη τσι-που-ρο-κα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τσίπουρου με παρέα: Βλ. κρασο-, ουζο-κατάνυξη.
  • τσιπουρομεζές τσι-που-ρο-με-ζές ουσ. (αρσ.) (προφ.): μεζές που συνοδεύει το τσίπουρο. Βλ. -ές, κρασο-, ουζο-μεζές

-ές

-ές{-έδες}: κατάληξη για τον σχηματισμό αρσενικών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: αμαν~/βαλ~/καναπ~/καφ~/μεζ~/μενεξ~/μιναρ~/μπαξ~/μπερ~/ναργιλ~/τενεκ~/φιδ~/φραπ~.

κρασο-

κρασο-& κρασ-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στο κρασί: κρασο-βάρελο/~πότηρο. ~στάφυλο. ~κούλουρα. Κρασο-κατάνυξη.|| (ως χαρακτηρισμός, χιουμορ.) Κρασο-κανάτα/~πατέρας.|| Κρασ-άδικο.

ούζο

ούζο[οὖζο] ού-ζο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό, οινοπνευματώδες ποτό ελληνικής προέλευσης που αποτελεί το απόσταγμα της ζύμωσης στεμφύλων ή βιομηχανικό μείγμα αλκοόλης με νερό και στο οποίο προστίθενται αρωματικές ουσίες, κυρ. γλυκάνισο: γλυκόπιοτο/ντόπιο/ονομαστό/παραδοσιακό ~. ~ μαστίχας. ~ σκέτο ή με πάγο. ~ αραιωμένο με νερό. Ένα καραφάκι/μπουκάλι ~ (: με ~). Μεζέδες (= ουζομεζέδες)/ποικιλία ~ου (: συνοδευτικά). Λικέρ ~ου. (προφ.) Βάλε μου ένα ~ (ενν. ποτήρι). Πάμε για ~α; Βλ. απεριτίφ.|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) Σάλτσα ~ου. Γαρίδες σβησμένες με ~. Κουλουράκια ~ου. ● Υποκ.: ουζάκι (το) [< τουρκ. öz 'χυμός, απόσταγμα'· πβ. αγγλ. ouzo, 1897, γαλλ. ~, 1937, αγγλ. ~, 1935, ιταλ. ~, 1986, γερμ. Ouzo, τουρκ. uzo]