τσίχλα<sup>1</sup> τσί-χλα ουσ. (θηλ.): προϊόν από φυσικό κόμμι και άλλα συστατικά για μάσημα, συνήθ. αρωματισμένο, το οποίο κυκλοφορεί στο εμπόριο σε μικρά τυποποιημένα τεμάχια: ~ δυόσμου/μέντας/φρούτων/Χίου (βλ. ΠΓΕ, ΠΟΠ)/χωρίς ζάχαρη. Ένα κουτί/πακετάκι ~ες. Φτύσε την ~! ~ κολλημένη σε παπούτσι. Πβ. μαστίχα. ΣΥΝ. οδοντότσιχλα.|| ~ νικοτίνης (: για διακοπή του καπνίσματος).|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Λέξη-~ (: που επαναλαμβάνεται χωρίς νόημα· πβ. καραμέλα, πιπίλα). ● Υποκ.: τσιχλίτσα (η) [< αγγλ. chicle]
τσίχλα<sup>2</sup> τσί-χλα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρό εντομοφάγο μεταναστευτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Turdus philomelos), με καστανωπό φτέρωμα, υπόλευκο στήθος, πλευρά με σκούρες κηλίδες και περπάτημα σαν της πέρδικας, το οποίο θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του. Βλ. στρουθιόμορφα. ΣΥΝ. κίχλη 2. (μτφ.-προφ.) πολύ λεπτός άνθρωπος. Πβ. λιπόσαρκος, τσίρος. [< μεσν. τσίχλα < μτγν. κίχλα < αρχ. κίχλη]
στρουθιόμορφαστρου-θι-ό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη πτηνών που περιλαμβάνει τα πιο διαδεδομένα είδη, τα οποία διακρίνονται για το κελάηδημά τους. Βλ. ωδικά πτηνά. [< γαλλ. passériformes, 1930]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.