Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τσακωμός τσα-κω-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.): αντιπαράθεση σε οξείς τόνους που μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή των επαφών των εμπλεκομένων: άγριος/φραστικός ~. Αιτία ~ού. Έτοιμοι για ~ό. Φουντώνει ο/έπεσε ~. Η κουβέντα κατέληξε σε ~ό. Είχε μεγάλο ~ό με τους φίλους του. Πβ. άρπαγμα, διαπληκτισμός, λογομαχία, φιλονικία. ΣΥΝ. καβγάς, μάλωμα, τσάκωμα (2) ΑΝΤ. μόνοιασμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.