Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τσατίζω τσα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τσάτι-σα, τσατί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} & τσαντίζω (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου: Με ~ει αφάνταστα! Τον ~ει (= πειράζει) να/που/το γεγονός ότι ... ~στηκαν με τη συμπεριφορά του. Πβ. εκνευρίζω, εξοργίζω, ζοχαδιάζω. ΣΥΝ. θυμώνω (2) [< τουρκ. çatιş(mak)]