τσεκούρι τσε-κού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο με ξύλινη λαβή και πλατιά, κοφτερή λεπίδα που χρησιμοποιείται κυρ. για πελέκημα και κοπή ξύλων: (ΤΕΧΝΟΛ.) υδραυλικά ~ια. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πέτρινο ~. Τον απείλησε/του επιτέθηκε με ~. Πβ. μπαλτάς. ΣΥΝ. πέλεκυς (1) 2. (μτφ.-προφ.) δραστική μείωση εξόδων: ~ (= περικοπές) στις συντάξεις. ● Υποκ.: τσεκουράκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το τσεκούρι του πολέμου (μτφ.): ένοπλη σύγκρουση ή αντιπαλότητα, διένεξη: Ξέθαψαν ~ ~ (= προκαλούν και επιτίθενται). Αποφασίσαμε να θάψουμε ~ ~ (= να συμφιλιωθούμε, να τα βρούμε). ● ΦΡ.: πέφτει τσεκούρι (μτφ.-προφ.): (για διαγωνισμούς) πολύ αυστηρή και χαμηλή βαθμολογία, μαζική απόρριψη: Θα πέσει ~ στις εξετάσεις. Έπεσε ~ στη Φυσική., φωτιά και τσεκούρι (απειλητ.): για φοβερές καταστροφές: ~ ~ σε όλους τους απατεώνες! [< μεσν. τσεκούρι(ν) < μτγν. σεκούριον < λατ. securis]
τσεκουριά τσε-κου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσεκούρι: βαθιά/γερή ~. Έκοψε το σχοινί με μια ~. ΣΥΝ. τσεκούρωμα.|| (μτφ.) Τα λόγια του πέφτουν σαν ~ιές (= τσεκουράτα).
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.