Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • τσεκούρι τσε-κού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο με ξύλινη λαβή και πλατιά, κοφτερή λεπίδα που χρησιμοποιείται κυρ. για πελέκημα και κοπή ξύλων: (ΤΕΧΝΟΛ.) υδραυλικά ~ια. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πέτρινο ~. Τον απείλησε/του επιτέθηκε με ~. Πβ. μπαλτάς. ΣΥΝ. πέλεκυς (1) 2. (μτφ.-προφ.) δραστική μείωση εξόδων: ~ (= περικοπές) στις συντάξεις. ● Υποκ.: τσεκουράκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το τσεκούρι του πολέμου (μτφ.): ένοπλη σύγκρουση ή αντιπαλότητα, διένεξη: Ξέθαψαν ~ ~ (= προκαλούν και επιτίθενται). Αποφασίσαμε να θάψουμε ~ ~ (= να συμφιλιωθούμε, να τα βρούμε). ● ΦΡ.: πέφτει τσεκούρι (μτφ.-προφ.): (για διαγωνισμούς) πολύ αυστηρή και χαμηλή βαθμολογία, μαζική απόρριψη: Θα πέσει ~ στις εξετάσεις. Έπεσε ~ στη Φυσική., φωτιά και τσεκούρι (απειλητ.): για φοβερές καταστροφές: ~ ~ σε όλους τους απατεώνες! [< μεσν. τσεκούρι(ν) < μτγν. σεκούριον < λατ. securis]
  • τσεκουριά τσε-κου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσεκούρι: βαθιά/γερή ~. Έκοψε το σχοινί με μια ~. ΣΥΝ. τσεκούρωμα.|| (μτφ.) Τα λόγια του πέφτουν σαν ~ιές (= τσεκουράτα).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.