Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τσιγκούνης , α, ικο τσι-γκού-νης επίθ./ουσ. {τσιγκούνηδες} & τσιγγούνης: που δύσκολα δίνει ή ξοδεύει χρήματα για οποιονδήποτε σκοπό: Είναι τόσο ~ που μετράει και το τελευταίο ευρώ. (ως ουσ.) Αγόρασε κάτι κι εσύ, βρε ~η! Πβ. εξηνταβελόνης, καβουροτσέπης, μίζερος, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης, φιλάργυρος, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης.|| (μτφ.-προφ.) ~ στα αισθήματα. ~ στη βαθμολογία/στους επαίνους (= φειδωλός, υπέρμετρα συγκρατημένος). ΑΝΤ. γαλαντόμος, γενναιόδωρος (1), σπάταλος (1), χουβαρντάς ● Μεγεθ.: τσιγκούναρος (ο) [< τουρκ. çingene]