Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τσιντσιλά τσι-ντσι-λά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΖΩΟΛ. 1. μικρό τρωκτικό της Ν. Αμερικής (οικογ. Chinchillidae) το οποίο μοιάζει με λαγό, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος, έχει μεγάλη φουντωτή ουρά και απαλό μεταξένιο γκρίζο συνήθ. τρίχωμα και εκτρέφεται για την πολύτιμη γούνα του· συνεκδ. η ίδια η γούνα του: παλτό από ~.|| (ως επίθ.) Ζακέτα ~. 2. περσική γάτα με ασημί ή λευκό χρώμα. 3. είδος κουνελιού που εκτρέφεται για τη γούνα του. [< γαλλ.-αγγλ. chinchilla]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.