Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τσουτσούνι τσου-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό-οικ., για μικρό αγόρι) πέος. ΣΥΝ. τσουνί (2) 2. (αργκό-υβριστ.) ασήμαντο πρόσωπο. ● Υποκ.: τσουτσουνάκι (το): ΣΥΝ. πουλάκι (2) ● Μεγεθ.: τσουτσούνα (η) [< αρχ. κύων ‘ανδρικό μόριο’ > κύνα > διαλεκτ. τσούνα ‘πέος’, με αναδιπλασιασμό τσουτσούνα > τσουτσούνι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.