Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τσουτσούνι τσου-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό-οικ., για μικρό αγόρι) πέος. ΣΥΝ. τσουνί (2) 2. (αργκό-υβριστ.) ασήμαντο πρόσωπο. ● Υποκ.: τσουτσουνάκι (το): ΣΥΝ. πουλάκι (2) ● Μεγεθ.: τσουτσούνα (η) [< αρχ. κύων ‘ανδρικό μόριο’ > κύνα > διαλεκτ. τσούνα ‘πέος’, με αναδιπλασιασμό τσουτσούνα > τσουτσούνι]