Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τυμπανοπλαστική τυ-μπα-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μικροχειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του τυμπάνου, συνήθ. ύστερα από τραυματισμό, τη βελτίωση της ακοής και την αποφυγή λοιμώξεων: Αντιμετώπισε την ωτίτιδα με ~. Βλ. -πλαστική. [< αγγλ. tympanoplasty, 1955, γαλλ. tympanoplastie]

-πλαστική

-πλαστικήτο ουσιαστικό πλαστική ως β' συνθετικό με αναφορά 1. σε τέχνη ή τεχνική μορφοποίησης μαλακής ύλης: αγγειο~/κηρο~.|| Zαχαρο~. 2. στην επανορθωτική, αισθητική χειρουργική: αρθρο~/βραχιονο~/ρινο~/ωτο~.