Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • τυπογράφος τυ-πο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει στην ιδιοκτησία του τυπογραφείο ή ασκεί την τυπογραφία ως επάγγελμα: τεχνίτης-~. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. typographe , αγγλ. typographer]

-γραφος

-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.