Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τυπολάτρης τυ-πο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τυπολάτρισσα} (αρνητ. συνυποδ.): αυτός που εμμένει υπερβολικά στους τύπους και χάνει την ουσία των πραγμάτων: οι ~ες των γραφείων/θρησκειών.|| (ως επίθ.) ~ δικαστικός. Πβ. σχολαστικός, τυπικούρας, φορμαλιστής. Βλ. -λάτρης.