Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • τύπος τύ-πος ουσ. (αρσ.) 1. είδος, κατηγορία: ~ δέρματος/προϊόντος. ~οι ιών/πλοίων/σχολείων/υπηρεσιών. Αεροσκάφη τελευταίου ~ου (: τελευταίας τεχνολογίας). Διαβατήρια νέου ~ου. Πρωινό ευρωπαϊκού ~ου (= ευρωπαϊκό πρωινό). Οχήματα βαρέος ~ου. Αναψυκτικά ~ου κόλα. 2. χαρακτήρας: εσωστρεφής/κεφάτος/κλειστός/μοναχικός ~. Δεν ξενυχτάει· είναι πρωινός ~. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα κοινωνικός ~.|| Του αρέσει, γιατί έχει ~ο (= προσωπικότητα). 3. (προφ.) άτομο και (ειδικότ.-κυρ. μειωτ.) άνθρωπος με ιδιαιτερότητες στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά: λαϊκός ~. (Πολύ) ωραίος ~! Άχρηστος/ελεεινός ~. Ανεκδιήγητος/γραφικός ~ (πβ. φιγούρα). Μας πλησίασε ένας παράξενος/περίεργος/ύποπτος ~. Τι ~ είναι αυτός; Δεν μου αρέσει αυτός ο ~. Πβ. τυπάς. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ενέργεια που γίνεται συμβατικά, σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες: Συνεργάζονται, τηρώντας με προσοχή τους ~ους ευγενείας. Κρατάει/προσέχει τους ~ους. Πβ. τυπικότητες, τυπικούρες.|| Ο ~ κυριαρχεί εις βάρος της ουσίας. Πβ. συμβατικότητα. 5. {συνήθ. στον πληθ.} συμπεριφορά που έχει εδραιωθεί λόγω συνήθειας ή εφαρμογής κανόνων, κυρ. θρησκευτικών ή νομικών: ~οι της χριστιανικής λατρείας.|| Η διαδικασία έγινε σύμφωνα με τους ~ους που επιβάλλει ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής. Βλ. παρατυπία. 6. μοντέλο, πρότυπο: αντιπροσωπευτικός/ιδανικός ~ γυναίκας/πολίτη. 7. προκαθορισμένη φόρμα για τη σύνταξη ή συμπλήρωση εγγράφου· υπόδειγμα: ~ δήλωσης. Περιμένουν να τους σταλεί ο νέος ~ αίτησης. Ο ~ του διπλώματος. Πβ. φόρμουλα. 8. ΓΛΩΣΣ. μορφή λέξης: μεταγενέστερος/συνηρημένος ~. Ανώμαλοι/γραμματικοί/λόγιοι ~οι. ~οι ρημάτων. ~οι της δημοτικής/της καθαρεύουσας. Συμπληρώστε τα κενά με τον σωστό ~ο του επιθέτου. 9. ΜΑΘ. παράσταση που απεικονίζει συμβολικά μαθηματικές σχέσεις: αλγεβρικός ~. Ο ~ της εξίσωσης. Ο ~ που δίνει το εμβαδόν του κύκλου.|| ~ συνάρτησης. 10. (λόγ.) αποτύπωμα, στάμπα: ο ~ της σφραγίδας.Τύπος (ο): τα έντυπα κυρ. Μέσα Ενημέρωσης και οι εργαζόμενοι σε αυτά: αντιπολιτευόμενος/εβδομαδιαίος/επαρχιακός/περιοδικός/περιφερειακός/πολιτικός/συντηρητικός/τοπικός/φιλοκυβερνητικός ~. Aίθουσα/ακόλουθος/διεύθυνση/σύμβουλος ~ου. Επισκόπηση αθλητικού/ευρωπαϊκού/oικονομικού ~ου. Οι εκπρόσωποι του ~ου (= οι δημοσιογράφοι). Ανταποκριτές ξένου ~ου. Τα πρωτοσέλιδα του ~ου. Άρθρα/δημοσιεύματα/καταχωρήσεις στον ~ο. Διαρροή στοιχείων στον ~ο. Γράφτηκε/διαβάσαμε στον ~ο. Ο σημερινός ~ προβάλλει τις εξελίξεις γύρω από ... || Κάνω δηλώσεις στον ~ο. Eλεύθερος και ανεξάρτητος ~. Πβ. δημοσιογραφία. ΣΥΝ. η τέταρτη εξουσία [< γαλλ. presse] ● επίρρ.: τύποις (λόγ.) 1. με βάση τους τύπους, τυπικά: ~ πεπαιδευμένος. ΑΝΤ. ουσιαστικά (1) 2. (παλαιότ.) για να δηλωθεί το όνομα συγκεκριμένου τυπογραφείου, στο οποίο έχει εκδοθεί βιβλίο ή έντυπο: Εν Αθήναις, ~ ... ● ΣΥΜΠΛ.: Γραφείο Τύπου: τμήμα οργανισμού, εταιρείας, κόμματος υπεύθυνο για την ενημέρωση του κοινού και την επικοινωνία με τα ΜΜΕ: το ~ ~ του πρωθυπουργού. ~ ~ πρεσβείας/υπουργείου. ~ ~ και Δημοσίων Σχέσεων/Πληροφοριών. Ηλεκτρονικό ~ ~., ηλεκτρονικός Τύπος: τα ραδιοτηλεοπτικά και ψηφιακά μέσα ενημέρωσης σε αντιδιαστολή με τον έντυπο Τύπο. Πβ. ηλεκτρονική δημοσιογραφία. [< γαλλ. presse électronique] , ο κίτρινος Τύπος & κίτρινη δημοσιογραφία/φυλλάδα & κίτρινο έντυπο: τα έντυπα που στοχεύουν στην αύξηση της κυκλοφορίας τους μέσω του κιτρινισμού: οι φυλλάδες του ~ου ~ου. Πβ. σκανδαλοθηρικός. [< αμερικ. the yellow Press, 1898, yellow(kid) journalism, 1895] , πρακτορείο Τύπου & πρακτορείο εφημερίδων: που διανέμει εφημερίδες και περιοδικά. Βλ. πρακτορείο ειδήσεων., χημικός τύπος: ΧΗΜ. που εκφράζει τη σύνθεση χημικής ένωσης και ειδικότ. τις αναλογίες των χημικών στοιχείων τα οποία περιέχονται σε αυτή: Ο ~ ~ του νερού είναι H2O. Πβ. μοριακός τύπος. [< γαλλ. formule chimique] , ψηφιακός Τύπος: οι εφημερίδες και τα περιοδικά του διαδικτύου. [< γαλλ. presse digitale] , αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, αθλητικός τύπος βλ. αθλητικός, ακουστικός τύπος βλ. ακουστικός, ανακοίνωση Τύπου βλ. ανακοίνωση, δελτίο Τύπου βλ. δελτίο, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, εκπρόσωπος Τύπου βλ. εκπρόσωπος, η ελευθερία του Τύπου βλ. ελευθερία, ημερήσιος Τύπος βλ. ημερήσιος, λευκοκυτταρικός τύπος βλ. λευκοκυτταρικός, μοριακός τύπος βλ. μοριακός, ομάδα αίματος βλ. αίμα, οπτικός τύπος βλ. οπτικός, συνέντευξη Τύπου βλ. συνέντευξη, συντακτικός τύπος βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: (δεν) είναι ο τύπος μου (προφ.): (δεν) μου αρέσει, (δεν) μου ταιριάζει, (δεν) είναι το στιλ μου., για τους τύπους (προφ.): για τα μάτια του κόσμου, για το θεαθήναι: Πήγαν μαζί στην εκδήλωση ~ ~., διά του Τύπου (επίσ.): μέσω των έντυπων και ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης: συκοφαντική δυσφήμιση ~ ~. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν ~ ~., του τύπου: όπως: παροιμίες/παρομοιώσεις/(εκ)φράσεις ~ ~ ..., θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, τύπος και υπογραμμός βλ. υπογραμμός, υπό μορφή(ν) βλ. μορφή [< αρχ. τύπος, γαλλ. type, forme 8: μτγν. ~]

αδύνατος

αδύνατος, η, ο [ἀδύνατος] α-δύ-να-τος επίθ. 1. λεπτός: ~ο: παιδί/πρόσωπο/σώμα. ~α: πόδια/χέρια. ~ σαν οδοντογλυφίδα/στέκα (πβ. ισχνός, καχεκτικός, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος). Πβ. λιγνός. ΑΝΤ. γεμάτος (4), ευτραφής, παχύς (1), παχύσαρκος, χοντρός (1) 2. που δεν μπορεί να γίνει, ακατόρθωτος, ανέφικτος: Ο εντοπισμός του κλέφτη μέσα στο πλήθος ήταν παντελώς ~.|| (απρόσ.) Είναι εκ των πραγμάτων/εντελώς /θεωρητικά/πρακτικά/νομικά/τεχνικά ~ο(ν). Θεωρείται/καθίσταται/κρίνεται ~ο(ν) να ... (εμφατ.) Είναι φύσει ~ο να προλάβω (: δεν γίνεται/δεν είναι καθόλου εφικτό). (Μου) είναι ~ο(ν) να λείψω από τη δουλειά. Στάθηκε ~ο να τον καθησυχάσω.|| (ως επιφών.) Να τον συγχωρέσω για όσα έκανε; ~ον! (= σε καμία περίπτωση). Συνέβη τέτοιο πράγμα; ~ον! (: απίστευτο, δεν μπορώ να το πιστέψω). ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός 3. που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση, αντοχή: ~ος: οργανισμός (ΣΥΝ. αδύναμος, ασθενικός. ΑΝΤ. ανθεκτικός)/σφυγμός/χαρακτήρας (πβ. ευάλωτος). ~η: μνήμη/όραση (ΑΝΤ. οξεία)/φωνή/ψυχή. ~ο: επιχείρημα (ΑΝΤ. ακλόνητο, πειστικό, τεκμηριωμένο)/σήμα (ΣΥΝ. ασθενές)/σχοινί (ΑΝΤ. γερό)/φως (ΣΥΝ. αμυδρό, αχνό, εξασθενημένο).|| (ως ουσ.) Οι δυνατοί/οι ισχυροί και οι ~οι (: οι ασθενέστερες οικονομικά ή κοινωνικά ομάδες ανθρώπων, ΣΥΝ. ανίσχυροι). Παίρνει πάντα το μέρος των ~άτων. ΑΝΤ. δυνατός (1) 4. που έχει ελλείψεις ή δυσκολίες, ανεπαρκής: ~ος: μαθητής (ΣΥΝ. αδύναμος)/φοιτητής. ~ στη γλώσσα/φυσική. Πβ. κακός. Βλ. άριστος, καλός. ΑΝΤ. δυνατός (2) ● Ουσ.: αδύνατο (το): ακατόρθωτο: Επιδιώκω/επιχειρώ/ζητώ/κατορθώνω/κυνηγώ το ~. Μου ζητάς κάτι ~! Πβ. ανέφικτο. ● Υποκ.: αδυνατούλης , α, ικο, αδυνατούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο & αδύναμο/ευαίσθητο/τρωτό/ασθενές: αυτό στο οποίο κάποιος μειονεκτεί ή είναι ευάλωτος: Τον χτύπησε στο ~ ~ του. Πρέπει να βρεις το ~ ~ του αντιπάλου. Πβ. αχίλλειος πτέρνα. [< γαλλ. point faible] , αδύνατος τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. μονοσύλλαβος τύπος. λ.χ. μου αντί εμένα, μας αντί εμάς., αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: είναι των αδυνάτων/ανθρωπίνως αδύνατο(ν) (να ..) (εμφατ.): είναι τελείως ακατόρθωτο: ~ ~ να αφήσω τη θέση μου αυτή τη στιγμή!, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου: κάνω ό,τι μπορώ: Υποσχέθηκε πως θα ~ει τα αδύνατα δυνατά να ... Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να τους βοηθήσει. Πβ. όσο περνάει από το χέρι μου. ΣΥΝ. κάνω το παν/τα πάντα [< αρχ. ἀδύνατος, γαλλ. impossible]

αθλητικός

αθλητικός, ή, ό [ἀθλητικός] α-θλη-τι-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. που αναφέρεται στον αθλητή, τον αθλητισμό ή την άθληση: ~ός: αγώνας/ανταποκριτής/δημοσιογράφος (πβ. σπορτκάστερ)/διαιτολόγος/εισαγγελέας/κόσμος/νόμος/οργανισμός/παράγοντας/στίβος/στοιχηματισμός/σύλλογος/σύνδεσμος/φανατισμός (πβ. χουλιγκανισμός)/φορέας/χορός (βλ. καλλιτεχνικό πατινάζ, συγχρονισμένη κολύμβηση)/χώρος (βλ. γήπεδο, στάδιο)/ψυχολόγος. ~ή: απόδοση/δικαιοσύνη/διοργάνωση/εκπαίδευση/εκπομπή/ένωση/επικαιρότητα/επιστήμη (βλ. φυσική αγωγή)/επιτροπή/λέσχη/ομοσπονδία/παιδαγωγική/παιδεία/συνάντηση/φιέστα/φόρμα/ψυχολογία. ~ό: γεγονός/δελτίο/δίκαιο/ήθος/κέντρο/παιχνίδι/πρόγραμμα/ρεπορτάζ/στοίχημα/σχολείο/σωματείο/τμήμα/φανελάκι. ~ές: ασκήσεις (βλ. γυμναστική)/δραστηριότητες. ~ά: βραβεία/είδη/νέα/όργανα/παπούτσια/ρούχα/ταλέντα. Βλ. αερ~, αντι~, εξω~, ναυτ~. 2. που είναι δυνατός και μυώδης, που έχει την εμφάνιση και τις συνήθειες αθλητή: ~ή: κορμοστασιά. ~ό: παράστημα/σώμα (= γυμνασμένο, ΑΝΤ. αγύμναστο). Εμφανίσιμος και ~. Πβ. γεροδεμένος. ● Ουσ.: αθλητικά (τα) 1. ειδήσεις που αφορούν τον αθλητισμό: Παρακολουθώ ~ στην τηλεόραση. 2. (προφ.) αθλητικά παπούτσια: Φορώ ~. ● επίρρ.: αθλητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά: ΙΑΤΡ. υπερτροφία της καρδιάς που οφείλεται σε μακροχρόνια άσκηση: Το σύνδρομο της ~ής ~άς., αθλητικό ιδεώδες: το να αγωνίζεται ο αθλητής για τη νίκη, προτάσσοντας τον σεβασμό στον αντίπαλο και την αρμονική ανάπτυξη σώματος και ψυχής: Το ~ ~ του ολυμπισμού. Η εμπορευματοποίηση/το ντόπινγκ αλλοιώνει το γνήσιο ~ ~. Πβ. ευ αγωνίζεσθαι. Βλ. αντιαθλητικός., αθλητικό πνεύμα: ευγενής άμιλλα, αναγνώριση του καλύτερου και ικανότερου στον αθλητισμό: Η χρήση απαγορευμένων ουσιών είναι αντίθετη με το ~ ~., αθλητικός τύπος 1. γεροδεμένο άτομο: Μυώδης και ~ ~. 2. {μόνο στον εν.} αθλητικές εφημερίδες και περιοδικά., αθλητική βιομηχανική βλ. βιομηχανική, αθλητικός δικαστής βλ. δικαστής, αθλητικός τουρισμός βλ. τουρισμός, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή [< 1: αρχ. ἀθλητικός, αγγλ. athletic 2: γαλλ. athlétique]

αίμα

αίμα[αἷμα] αί-μα ουσ. (ουδ.) {αίμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. το κόκκινο υγρό που κυκλοφορεί στην καρδιά, τις αρτηρίες, τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία του ανθρώπου και των άλλων σπονδυλωτών ζώων και κατ' επέκτ. των ασπόνδυλων, μεταφέροντας οξυγόνο και τις αναγκαίες για τον οργανισμό ουσίες και απομακρύνοντας τις άχρηστες: αναλυτής/απώλεια/δείγμα/θρόμβος/ίχνη/καλλιέργεια/κηλίδες/ορός/προσφορά/ροή/χορήγηση/φιάλη ~ατος. Οι λειτουργίες/τα λιπίδια/οξυγόνωση/πηκτικότητα/παράγωγα/το πλάσμα/σάκχαρο/συστατικά του ~ατος. Ασθένειες του ~ατος (βλ. αν-, λευχ-, σηψ-, υπερ-αιμία). Λεκές από ~. Ανιχνεύτηκαν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο ~. Έκθεση σε μολυσμένο ~. Έδωσε/πρόσφερε ~ (: έγινε αιμοδότης). Χρειάζεται επειγόντως ~. Βγήκε/έτρεξε ~ από τη μύτη του/την πληγή. Του πήραν ~ (για εξέταση). Εμφάνισε ~ στα ούρα. Έχει πολύ ~ (: κατά την έμμηνο ρύση). Τα χέρια του γέμισαν ~/~ατα. (εμφατ.) Το κουνούπι τού ήπιε/ρούφηξε το ~. Βλ. αιμο-πετάλιο, -σφαίρια.|| (στον πληθ., για δήλωση μεγάλης ποσότητας) Τον είδε μες στα ~ατα.|| (μτφ.) Το καρπούζι είναι/στάζει ~ (: είναι πολύ κόκκινο, ζουμερό). 2. (μτφ.) ζωτική δύναμη, το ίδιο το άτομο, η ζωή του: Αυτό το σπίτι είναι το ~ του (: ο ιδρώτας, ο κόπος, ο μόχθος του). Σου έδωσα το ~ μου (: την ψυχή)/το ~ της καρδιάς μου! 3. (μτφ.) καταγωγή, συγγένεια και συνεκδ. ο συγγενής: Έχει/κυλάει αριστοκρατικό/βασιλικό/ελληνικό/τσιγγάνικο ~ στις φλέβες του. Είμαστε ένα/το ίδιο ~ (πβ. όμαιμος). (επίσ.) Εξ ~ατος διαδοχή/καταγωγή.|| (συνεκδ.) Ό, τι κι αν κάνει, είναι ~ μου και δεν μπορώ να του κρατήσω κακία. Τον πρόδωσε το ίδιο του το ~. 4. (μτφ.) φόνος: ταινίες με πολύ ~. Ζητά εκδίκηση για το ~ αθώων. Διψά για ~. (προτρεπτικά) ~ στο ~ (: ο φόνος πρέπει να πληρωθεί με φόνο, βλ. βεντέτα). Θυσίες/ποτάμι ~ατος (: για αιματοχυσία).|| Το πρώτο ~ (: οι πρώτοι νεκροί του αγώνα/πολέμου). Το ~ των ηρώων/μαρτύρων (= η θυσία). ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο αίμα: το αίμα που περιέχει ουσίες τις οποίες αποβάλλει ο οργανισμός: Από την καρδιά το ~ ~ οδηγείται στους πνεύμονες., γαλάζιο αίμα: αριστοκρατική καταγωγή: Έχει ~ ~ (: είναι γαλαζοαίματος). Στις φλέβες του κυλά/ρέει ~ ~., δεσμός αίματος {συνηθέστ. στον πληθ.}: σχέση συγγένειας και κατ' επέκτ. δυνατής φιλίας: ~ ~ μεταξύ γονέα και παιδιού. Τους ενώνουν/συνδέουν (άρρηκτοι/ακατάλυτοι) ~οί ~.|| (μτφ.) Μεταξύ των εταιρειών υπάρχει ~ ~. [< γερμ. die Bande des Blutes] , εξέταση/ανάλυση/τεστ αίματος: ΙΑΤΡ. εξέταση δείγματος αίματος με σκοπό τον καθορισμό της ομάδας αίματος, την ύπαρξη παθολογικού ή κληρονομικού παράγοντα: γενική/διαγνωστική/ειδική/μικροβιολογική ~ ~. Ανοσολογικές/βιοχημικές/εξειδικευμένες αναλύσεις ~. ~ ~ και ούρων. ~ ~ για την ανίχνευση ιού/μεσογειακή αναιμία. Διάγνωση της νόσου με μία απλή ~ ~. Έκανε γενική (ενν. εξέταση) αίματος. [< αγγλ. blood test, 1912] , κρύο αίμα: ψυχραιμία., κύκλος (του) αίματος: διαδοχικοί φόνοι, αιματοχυσία., λήψη αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία λαμβάνεται αίμα με σύριγγα (για εργαστηριακές εξετάσεις). ΣΥΝ. αιμοληψία, λουτρό αίματος (μτφ.): αιματοχυσία: Σύγκρουση που εξελίχθηκε/κατέληξε σε (απίστευτο/φρικιαστικό) ~ ~ αμάχων. [< γαλλ. bain de sang] , μαύρο/σκοτωμένο αίμα (εμφατ.): το σκούρο κόκκινο αίμα ή αυτό που προέρχεται από χτύπημα ή προκαλείται από ασθένεια: Άνοιξε η πληγή και βγήκε/έτρεξε ~ ~., μετάγγιση αίματος: ΙΑΤΡ. μετάγγιση. [< γαλλ. transfusion sanguine] , νέο αίμα (μτφ.): νέοι άνθρωποι με ανανεωτικές, προοδευτικές και πρωτοπόρες ιδέες σε κάποιον χώρο, τομέα: Χρειαζόμαστε ~ ~ στον αθλητισμό/στη Βουλή. Το ~ ~ (: προσωπικό) που θα στελεχώσει την εταιρεία. [< αγγλ. new blood] , ντόπινγκ αίματος: ΑΘΛ. μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων σε αθλητή, συνήθ. πριν από αγώνα, που του είχαν αφαιρεθεί παλιότερα, για να αυξηθεί η ικανότητα οξυγόνωσης του οργανισμού του: Έλεγχος ~ ~. [< αγγλ. blood doping, 1973] , ομάδα αίματος & (σπάν.) τύπος αίματος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κατηγοριοποίηση του αίματος με βάση την παρουσία ή απουσία ειδικών αντιγόνων στα ερυθρά αιμοσφαίρια: ~ ~ A, B, AB, 0. Βλ. ρέζους. [< αγγλ. blood group/type, 1916] , όρκος αίματος: όρκος που επισφραγίζεται με χύσιμο αίματος: δεμένοι με ~ο ~. Έδωσαν ~ο ~ (: για αιώνια πίστη και αφοσίωση)., πήξη του αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία το αίμα μετατρέπεται σε αδιάλυτο σύνολο (πήγμα): Τα αιμοπετάλια βοηθούν στην ~ ~. Βλ. αιμορροφιλία, αντιπηκτικό, προθρομβίνη., πίεση (του) αίματος: ΙΑΤΡ. πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων: αυξημένη/διαστολική/συστολική/υψηλή/φυσιολογική/χαμηλή (αρτηριακή) ~ ~. [< αγγλ. blood pressure] , το αίμα του Ιησού/Κυρίου/Χριστού: ΕΚΚΛΗΣ. ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας: Κοινωνώ/μεταλαμβάνω (το) σώμα και (το) ~ ~., τράπεζα αίματος: χώρος συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης αίματος με σκοπό τη διάθεσή του για μεταγγίσεις και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος οργανισμός: Δίνω αίμα στην ~ ~. [< γερμ. Blutbank] , φόρος αίματος (μτφ.): μεγάλος αριθμός βίαιων θανάτων συνήθ. σε πολεμική επιχείρηση, αιματοχυσία, ατύχημα: ~ ~ στην άσφαλτο. Βαρύ ~ο ~ πλήρωσαν οι στρατιώτες στο πεδίο της μάχης., κυκλοφορία του αίματος βλ. κυκλοφορία ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος: με κοινή οκογενειακή καταγωγή: Έχουν/συνδέονται με συγγένεια ~ ~ δεύτερου/πρώτου βαθμού. Είναι συγγενείς ~ ~ σε ευθεία/πλάγια γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία, αίμα και άμμος!: (για χαρακτηρισμό έκρυθμων καταστάσεων) μεγάλη φασαρία, πολλά επεισόδια εξαιτίας οξυμμένων αντιπαραθέσεων ή έντονου φανατισμού: Έγινε ~ ~ στη διαδήλωση. Θα γίνει ~ ~ στο αυριανό ντέρμπι. Πβ. τα έκαναν γυαλιά καρφιά., ανάβουν τα αίματα: προκαλείται αντιπαράθεση, μεγάλη ένταση, θυμός: Άναψαν ~ στον αγωνιστικό χώρο/στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου., βάζω (κάποιον)/μπαίνω στα αίματα: κινητοποιώ κάποιον να αναμειχθεί με κάτι ή παρασύρομαι να εμπλακώ σε αυτό: Τον έβαλε/μπήκε ~ να ασχοληθεί με την πολιτική., βουτηγμένος στο αίμα 1. για πρόσωπο που αιμορραγεί. 2. για εγκληματία: Είναι ~ ~ από τα αλλεπάλληλα φονικά.|| (σπανιότ.) Βούτηξε τα χέρια του ~ αθώων (: τους σκότωσε)., βράζει/κοχλάζει το αίμα (μτφ.): για μεγάλη ζωντάνια, ενεργητικότητα και έντονες ορμές: Νέοι είναι, ~ ~ τους., δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του (μτφ.): δεν έχει αισθήματα, μένει ασυγκίνητος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο: Εσύ δεν έχεις αίμα (μέσα/πάνω) σου/δεν κυλάει αίμα στις φλέβες σου! Είσαι εντελώς αναίσθητος!, δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι): δίνω τη ζωή μου, θυσιάζομαι για κάτι: Έδωσαν ~ τους για τη λευτεριά/την πατρίδα/την πίστη., είναι/το έχω στο αίμα μου: έχω την τάση να κάνω κάτι, είναι αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα μου, το έχω εκ γενετής: Το ψέμα είναι ~ της (: στη φύση, στο είναι της, μέσα της). [< γαλλ. dans le sang] , κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση (μτφ.-εμφατ.): με εξοργίζει, με κάνει έξω φρενών: Η απραξία/ο δόλος του μου ανέβασε ~. Με τα καμώματά της ~ ~., κατουρώ/ξερνώ αίμα: αποβάλλω αίμα από τα αντίστοιχα σημεία του σώματος: (κ. μτφ. ως απειλή) Θα σε κάνω να κατουρήσεις/ξεράσεις ~., κολυμπώ/πλέω/λούζομαι στο αίμα (μτφ.): είμαι γεμάτος αίμα, συνήθ. ως αποτέλεσμα μεγάλης αιμορραγίας ή πολλαπλών τραυμάτων., λερώνω τα χέρια μου με αίμα (μτφ.): διαπράττω φόνο: Λέρωσε τα χέρια του ~ αδερφικό., με αίμα (μτφ.) 1. με φόνο: Η προσβολή/ο φόνος/το αίμα θα ξεπλυθεί ~ ~. 2. με αιματοχυσία, με προσφορά, στέρηση της ζωής κάποιου (για την επίτευξη ανώτερου σκοπού): γη βαμμένη/ποτισμένη ~ ~. 3. με κόπους, με βάσανα και στερήσεις: Ό,τι απέκτησε, το απέκτησε ~ ~ (και δάκρυα/θυσίες/ιδρώτα/πόνο)., με πήραν τα αίματα (προφ.): άρχισα να χάνω αίμα, αιμορραγώ (εξαιτίας τραυματισμού)., μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος & (λόγ.) μέχρι τελευταίας ρανίδος: για αγώνα ή προσπάθεια που γίνεται μέχρι(ς) εσχάτων: Υπερασπίστηκαν την ελευθερία ~ του αίματός τους. Θα παλέψουμε μέχρι τελευταίας ρανίδος., μου (έ)κοψε το αίμα/τη χολή & (σπάν.) μου έσπασε τη χολή (μτφ.): με τρόμαξε πολύ: Μου ~ψες ~! Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος που του ~ ~.|| Μου κόπηκε ~ από τον φόβο (= κατατρόμαξα)., πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου (μτφ.): τρόμαξα πολύ, παρέλυσα από τον φόβο: Η είδηση/ο σεισμός ~ ~ στις φλέβες μας., παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου & παίρνω το δίκιο μου πίσω (μτφ.): εκδικούμαι: Είναι αποφασισμένος να πάρει το αίμα του πίσω για την ταπείνωση που υπέστη., πνίγω στο αίμα (μτφ.): καταστέλλω κάτι με βίαιο τρόπο, προκαλώντας τον θάνατο πολλών ατόμων: Η διαδήλωση/εξέγερση/στάση ~ηκε ~.|| Ο τόπος ~ηκε ~ από τα εχθρικά στρατεύματα (= αιματοκυλίστηκε)., πότισε με το αίμα του: θυσιάστηκε για κάτι: ~σαν ~ τους το δέντρο της λευτεριάς. ~σε την πατρική γη με ~. Η σημαία ποτίστηκε με ~ των αγωνιστών. Γη ποτισμένη με αίμα ηρώων/μαρτύρων., σιγά τα αίματα! (προφ.-ειρων.): απαξιωτική απάντηση σε απειλή ή για κατάσταση που θεωρείται σοβαρή ή προκαλεί φόβο: (καλέ) ~ ~, μας τρόμαξες! ~ ~, ρε μεγάλε/παλικαράδες!, το αίμα νερό δεν γίνεται: οι συγγενικοί δεσμοί δεν καταλύονται: Αδέρφια είναι, όσο κι αν τσακώνονται, στο τέλος τα ξαναβρίσκουν. ~ ~!, τραβάει το αίμα μου (κάτι) (μτφ.): έχω την τάση, ρέπω προς κάτι συνήθ. αρνητικό: Την τραβάει ~ του την απατεωνιά. Το τραβάει ~ του να τσακώνεται με τους άλλους., φτύνω αίμα 1. (μτφ.) βασανίζομαι σκληρά, ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, για να επιτύχω κάτι: Καθημερινά ~ει ~ για το μεροκάματο. Έφτυσε ~ για να βγάλει το Πανεπιστήμιο/να μεγαλώσει τα παιδιά του. (απειλητ.) Θα τον κάνω να ~σει ~! Πβ. δεινοπαθώ, μαρτυρώ, παιδεύομαι, χτικιάζω. 2. έχω αιμόπτυση., χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα: προκαλείται αιματοχυσία, θάνατος από σκοτωμό, ατύχημα ή προσωπική θυσία: Έχει χυθεί πολύ αίμα/έχουν χυθεί ποτάμια αίματος στην άσφαλτο (: για τα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα).|| Θα χυθεί πολύ αίμα στον αυριανό αγώνα (ΣΥΝ. θα γίνει χαμός)!, βάφτηκε με/στο αίμα βλ. βάφω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, έγραψε (κάτι) με το αίμα του βλ. γράφω, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, υπογράφω με το αίμα μου βλ. υπογράφω, χύνω αίμα/ιδρώτα βλ. χύνω [< αρχ. αἷμα, γαλλ. sang]

ακουστικός

ακουστικός, ή, ό [ἀκουστικός] α-κου-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ακοή ή την ακουστική, που γίνεται μέσω της ακοής: ~ός: ενισχυτής/εξοπλισμός/συναγερμός. ~ή: αίσθηση/αναπηρία/διάδοση/εμπέδηση/ένταση/ευαισθησία/ικανότητα/ισχύς/μόνωση/ποιότητα/ωκεανογραφία. ~ό: βοήθημα (βαρηκοΐας)/λάθος/σύστημα στάθμευσης. ~οί: αισθητήρες. ~ές: αναμνήσεις/διαταραχές/εντυπώσεις/ιδιότητες (: θεάτρου, ναού, βλ. ακουστική)/μετρήσεις/παραισθήσεις/παραστάσεις. ~ά: ερεθίσματα/κύματα (βλ. ηχητικά ~)/όργανα/σήματα/φαινόμενα. Αντιθορυβική ~ή τεχνολογία. Οπτική και ~ή επαφή. Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: πόρος (: μεταφέρει τα ηχητικά κύματα στο τύμπανο και μαζί με το πτερύγιο αποτελεί το εξωτερικό αυτί). ~ό: κέντρο/νεύρο (: μεταδίδει τους ηλεκτρικούς παλμούς στον εγκέφαλο, για να αποκωδικοποιηθούν ως ήχοι)/οστάριο/πτερύγιο. (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: φωνητική. 2. ΜΟΥΣ. (για μουσικό όργανο) που δεν είναι ηλεκτρικό ή (για μουσική) που προορίζεται να ακουστεί (και όχι να τραγουδηθεί): ~ό: μπάσο. ~οί: αυτοσχεδιασμοί. ~ές: εκτελέσεις/ενορχηστρώσεις. ● επίρρ.: ακουστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων επιπέδων ήχου: Λύσεις ακουστικής απορρόφησης που προσφέρουν τη μέγιστη ~ ~. [< αγγλ. acoustic comfort] , ακουστική αντίληψη: ΨΥΧΟΛ. ικανότητα αποκωδικοποίησης των ερεθισμάτων που λαμβάνονται από τα όργανα της ακοής: επαρκής/μειωμένη ~ ~. Βλ. οπτική αντίληψη. [< αγγλ. acoustic perception] , ακουστική συχνότητα: ΦΥΣ. η συχνότητα των ηχητικών κυμάτων που μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τον άνθρωπο: εύρος/πλάτος ~ής ~ας. [< αγγλ. audio frequency, 1913] , ακουστική τεχνολογία & ακουστική: ΤΕΧΝΟΛ. ο τομέας που ασχολείται με τις τεχνικές που εξασφαλίζουν την καλή διάδοση του ήχου και τον έλεγχο θορύβων και αντηχήσεων: ~ ~ χώρων. Αρχιτεκτονική ακουστική. Περιβαλλοντική ~ και ηχορύπανση., ακουστικός τύπος: πρόσωπο που αντιλαμβάνεται και μαθαίνει ευκολότερα κάτι, όταν το ακούει: Βλ. οπτικός τύπος. [< γερμ. akustischer Typ] , ακουστική εικόνα βλ. εικόνα, ακουστική κιθάρα βλ. κιθάρα, ακουστική οικολογία βλ. οικολογία, ακουστική περιγραφή βλ. περιγραφή, ακουστικό/ηχητικό/ομιλούν βιβλίο βλ. βιβλίο [< αρχ. ἀκουστικός ‘που αφορά την ακρόαση ή είναι διτεθειμένος να ακούσει’, γαλλ. acoustique, αγγλ. acoustic]

ανακοίνωση

ανακοίνωση[ἀνακοίνωση] α-να-κοί-νω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. κοινοποίηση, δημόσια γνωστοποίηση σχετικά με κάτι που έγινε ή πρόκειται να γίνει και συνεκδ. το αντίστοιχο κείμενο: αιφνιδιαστική/γραπτή/διευκρινιστική/έκτακτη/επίσημη/ετήσια/ευχαριστήρια/κοινή/προφορική/σημαντική/συμπληρωματική/σύντομη/τελική ~. ~ αποτελεσμάτων/απόφασης/βαθμολογίας/εκδήλωσης/ημερομηνίας (εκλογών)/νικητών/πρόσληψης (προσωπικού) (πβ. αναγγελία). ~ από τα μεγάφωνα. ~ νομικού περιεχομένου. ~ (της Επιτροπής) για/σχετικά με κάτι. ~ στα/προς τα ΜΜΕ. ~ των βάσεων (των Πανελληνίων) από την τηλεόραση (= μετάδοση). Δημοσίευση/έκδοση ~ης. (λόγ.) Μέχρι νεωτέρας ~ώσεως. Απάντηση σε ~ (της Διοίκησης). Δημοσιεύτηκε/έγινε/εκδόθηκε ~ (από το Υπουργείο). Σε ~ή του ανέφερε ότι ... (πβ. ανακοινωθέν). Προβαίνω σε ~ώσεις. (προφ.) Έχω μια σημαντική ~ να (σου) κάνω! 2. (συνήθ. σε συνέδριο ή ημερίδα) γνωστοποίηση πορισμάτων επιστημονικής έρευνας: αναρτημένη ~ (= πόστερ). Δημοσίευση/θέμα/περίληψη ~ης. Επιστημονικές/προφορικές ~ώσεις. Στόχος της παρούσας ~ης είναι ... Πβ. δημοσίευμα, εισήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοίνωση δίκης: ΝΟΜ. κοινοποίηση σε τρίτους εκκρεμούς δικαστικής υπόθεσης από πρόσωπο με σχετικό έννομο συμφέρον: ~ ~ ενώπιον του Ειρηνοδικείου/με προσεπίκληση για παρέμβαση., ανακοίνωση Τύπου: επίσημη γνωστοποίηση προς τα μέσα ενημέρωσης: ~ ~ του κόμματος (για/σχετικά με ...). Πβ. δελτίο Τύπου., πίνακας ανακοινώσεων 1. στον οποίο αναρτώνται ανακοινώσεις: μεταλλικός ~ ~. ~ ~ τσόχας/φελλού. Ανάρτηση στον ~α ~.|| Ηλεκτρονικός ~ ~. Βλ. πίνακας συζητήσεων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εργαλείο, σύστημα ασύγχρονης επικοινωνίας, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες-μέλη του να στέλνουν ή να διαβάζουν ανακοινώσεις με τη μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων: ηλεκτρονικοί ~ες ~ώσεων. Βλ. πίνακας συζητήσεων, φόρουμ. [< 1: μτγν. ἀνακοίνωσις, γαλλ. annonce 2: γαλλ. communication]

δελτίο

δελτίοδελ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό έντυπο, συνήθ. καρτέλα, με καταγεγραμμένα στοιχεία: βιβλιογραφικό/ηλεκτρονικό/μηχανογραφικό/στατιστικό ~. Ετήσιο/μηνιαίο/συγκεντρωτικό ~. ~ απογραφής/αποστολής/ατομικών στοιχείων/παραγγελίας/παραλαβής/προόδου/συμμετοχής. ~ ΠΡΟ-ΠΟ. ~α κοινωνικού τουρισμού. Ατομικό ~ υγείας.|| (συνοπτική έκθεση Αρχής:) Ιατρικό ~. Έκδοση ~ου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (βλ. ΚΤΕΟ). 2. (με κεφαλ. Δ) τίτλος άρθρων εφημερίδας και γενικότ. περιοδική έκδοση με μελέτες ειδικού περιεχομένου: εμπορικό/ενημερωτικό/οικονομικό ~. Το ~ του συλλόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο ειδήσεων: τηλεοπτική ή ραδιοφωνική παρουσίαση των πρόσφατων σημαντικών γεγονότων: αναλυτικό/απογευματινό/βραδινό/έκτακτο/κεντρικό/μεσημβρινό/πρωινό/σύντομο/τοπικό ~ ~.|| (προφ.) Το δελτίο των οχτώ. ΣΥΝ. ειδήσεις [< αγγλ. news bulletin, 1915] , δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο: πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας: ~ ~ για τους αγρότες. [< γαλλ. bulletin météorologique] , δελτίο παροχής υπηρεσιών: ΟΙΚΟΝ. μπλοκ με σφραγισμένα στελέχη που εκδίδεται από ελεύθερους επαγγελματίες ή επιχειρήσεις για παροχή υπηρεσιών: Αμείβομαι/εργάζομαι με ~ ~. Κόβω ~ ~. Πβ. μπλοκάκι., δελτίο ταυτότητας: επίσημο έντυπο με το οποίο πιστοποιούνται τα στοιχεία του κατόχου του: αστυνομικό (= αστυνομική ταυτότητα)/υπηρεσιακό ~ ~. Βλ. ΑΔΤ. [< γαλλ. carte d'identité] , δελτίο τιμών: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια δημόσια υπηρεσία και περιέχει τις ενδεικτικές ή υποχρεωτικές τιμές για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων: ημερήσιο ~ ~. ~ ~ συναλλάγματος/φαρμάκων., δελτίο Τύπου: σύντομο κείμενο, που εκδίδει και διανέμει στον Τύπο επίσημος φορέας ή συλλογικό όργανο, με το οποίο γνωστοποιείται ένα γεγονός και δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για αυτό. Πβ. ανακοίνωση Τύπου. [< αγγλ. press release, 1958] , τεχνικό δελτίο (έργου): το οποίο υποβάλλεται προς έγκριση, παρέχοντας στοιχεία για τον τεχνικό προσδιορισμό ενός έργου (είδος, σκοπιμότητα, χρονοδιάγραμμα, κόστος, εμπλεκόμενοι φορείς)., δελτίο θυέλλης βλ. θύελλα ● ΦΡ.: με το δελτίο: σε πολύ μικρή ποσότητα, με οικονομία: ~ ~ τα καύσιμα/το νερό. Τα τρόφιμα μοιράζονταν ~ ~. [< αρχ. δελτίον, γαλλ. billet, bulletin, carnet]

δυνατός

δυνατός, ή, ό δυ-να-τός επίθ. 1. που έχει δύναμη, αντοχή και κατ' επέκτ. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, να αντικρουστεί: ~ός: αντίπαλος/όμιλος/παίκτης. ~ή: καρδιά/μνήμη (= γερή). ~ό: σουτ. ~ά: δόντια. Σωματικά ~. Γερός/νέος και ~ (= εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός. ΑΝΤ. ασθενικός). Νιώθω ~ και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.|| Λακ για ~ό κράτημα (ενν. των μαλλιών, πβ. ανθεκτικός).|| (για μηχανήματα) ~ός: κινητήρας. ~ό: αυτοκίνητο (: με μεγάλη απόδοση)/εργαλείο (= πολύ καλό).|| (μτφ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: θέληση/πίστη (= ακλόνητη)/προσωπικότητα. ~ό: όπλο/χαρτί (: στην τράπουλα). ~ά: επιχειρήματα (ΑΝΤ. σαθρά). Το ~ό μου σημείο (ΑΝΤ. αχίλλειος πτέρνα).|| (ως ουσ.) Οι ~οί της Γης. ΣΥΝ. ισχυρός (1) ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ανίσχυρος 2. που έχει πολλές δυνατότητες, ικανότητες ή τις απαιτεί: ~ός: μαθητής/υπολογιστής. ~ό: μυαλό. ~ στα μαθήματα (πβ. ικανός). Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες.|| ~ό: τεστ (= απαιτητικό, δύσκολο). 3. που έχει μεγάλη ένταση: ~ός: άνεμος (πβ. σφοδρός)/ήλιος (= καυτός)/ήχος/θόρυβος/κρότος/σεισμός. ~ή: βροχή. ~ό: φως/ψύχος (= δριμύ). ~ά: συνθήματα.|| ~ός: πονοκέφαλος (= οξύς). ~ό: γέλιο.|| (μτφ.) ~ός: έρωτας (= σφοδρός). ~ή: συγκίνηση. ~ό: αίσθημα. Οι ~ές στιγμές (της καριέρας του). ΣΥΝ. έντονος (1), ισχυρός (2) ΑΝΤ. ανεπαίσθητος, ήπιος (2) 4. που προκαλεί έντονη αίσθηση, επίδραση: ~ός: στίχος. ~ό: ξεκίνημα/πρόγραμμα (για κέντρο διασκέδασης). ~ές: εικόνες (της χρονιάς που πέρασε). Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με ~ά ονόματα.|| (με συστατικά σε μεγάλη αναλογία) ~ός: καφές (πβ. βαρύς). ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/κρασί/ποτό/τσάι/φάρμακο. 5. που μπορεί να γίνει, εφικτός, ενδεχόμενος, πραγματοποιήσιμος: Ο υψηλότερος ~ βαθμός απόδοσης. Ο μεγαλύτερος/μέγιστος/μικρότερος ~ αριθμός αντιτύπων. Ο χώρος βιντεοσκοπείται, προκειμένου να είναι ~ ο έλεγχός του. Δεν καθίσταται ~ή η χορήγηση άδειας. Παροχή κάθε ~ής βοήθειας. Χρόνος ~ής αποχώρησης. Το καλύτερο ~ό αποτέλεσμα. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως ~ό. Επίλυση του προβλήματος με όλους τους ~ούς τρόπους. Δεν είναι ~ή (= επιτρεπτή) η πρόσβαση. Βλ. πιθανός.|| (ως ουσ.) Όσο το ~ό(ν) γρηγορότερα/καλύτερα. Το αργότερο/συντομότερο/ταχύτερο ~ό.|| (απρόσ.) Πώς είναι ~όν να ...;|| (επιφωνηματικά, για να δηλωθεί απορία, έκπληξη, δυσαρέσκεια) Δεν είναι ~όν! (: είναι αδύνατο, ανέφικτο, απίστευτο). Μα είναι ~όν; Αν είναι ~όν! ● επίρρ.: δυνατά: με δύναμη: Τον έσπρωξαν ~ κι έπεσε κάτω. (προφ.) Πάμε γερά, πάμε ~, παιδιά! ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. η πλήρης μορφή της, όπου διατηρείται ο τόνος: Ο ~ ~ του "με" είναι "εμένα", του "σε" "εσένα" και του "τον" "αυτόν". ΑΝΤ. αδύνατος τύπος, γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: αν είναι δυνατό & (αρχαιοπρ.) ει δυνατόν: αν γίνεται: Τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν, ~ ~, σήμερα κιόλας., βάζω τα δυνατά μου (προφ.): κάνω κάτι όσο καλύτερα μπορώ, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες: Βάλε ~ ~ σου (= προσπάθησε όσο μπορείς) στα μαθήματα. Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω. ~ ~ να πετύχω το στόχο μου., είναι δυνατό(ν) να ...: ενδέχεται, μπορεί, ίσως., κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού: όσο μπορεί κανείς, όσο είναι εφικτό: Ενημερώνομαι/προσπαθώ/συμβάλλω σε κάτι ~ ~. Λαμβάνονται ~ ~ ειδικά μέτρα προστασίας. Αποφεύγω ~ ~ τις αντιπαραθέσεις., κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα [< αρχ. δυνατός]

εκπρόσωπος

εκπρόσωπος[ἐκπρόσωπος] εκ-πρό-σω-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώπου} ΣΥΝ. αντιπρόσωπος 1. πρόσωπο που εκπροσωπεί κάποιον: αιρετός/εκλεγμένος/εξουσιοδοτημένος/επίσημος/νόμιμος ~ (ενός οργάνου/φορέα). Ο κοινοβουλευτικός ~ ενός κόμματος. Οι ~οι των διαδίκων/δύο πλευρών (: δικηγόροι). ~οι του ΟΗΕ (: επιτετραμμένοι). Ανάδειξη/εκλογή/επίσκεψη/συμμετοχή ~ώπων. Διασκέψεις με ~ώπους των κρατών-μελών. Πβ. πληρεξούσιος. Βλ. -πρόσωπος. 2. (μτφ.) εκφραστής κινήματος, ρεύματος, ιδεολογίας: ~οι της γενιάς του '30/του ρομαντισμού. ~οι των γραμμάτων και των τεχνών. Βλ. πρεσβευτής. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπρόσωπος Τύπου: υπεύθυνος για την ενημέρωση των δημοσιογράφων: ο ~ ~ της Αστυνομίας/του κόμματος. Ανακοίνωση/συνέντευξη του ~ώπου ~ου., κυβερνητικός εκπρόσωπος: ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης. [< γαλλ. porte-parole du gouvernement] [< μεσν. εκπρόσωπος, γαλλ. représentant, délégué]

ελευθερία

ελευθερία[ἐλευθερία] ε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ελευθεριών} & (λαϊκό-λογοτ.) λευτεριά & ελευτεριά: η ιδιότητα του ελεύθερου· η απουσία ελέγχου, περιορισμών, δεσμεύσεων: απόλυτη/δημιουργική/εσωτερική/ηθική/πλήρης ~. Η ~ της δράσης/εργασίας/ιδιοκτησίας. Το ιδανικό/η κατάκτηση/η προάσπιση/η προστασία/η στέρηση/η υπονόμευση/το ύψιστο αγαθό/το φρόνημα της ~ας. Σεβασμός της ~ας των άλλων. Έχω την ~ (: το δικαίωμα) να ... Χιλιάδες άνθρωποι έχουν θυσιαστεί στο όνομα της ~ας. Αφαιρώ/στερώ την ~ από κάποιον (πβ. φυλακίζω, υποδουλώνω). Δίνω την ~ σε κάποιον. Ανακτώ την ~ μου (= απελευθερώνομαι). Βλ. ημι~.|| (για έθνος, κράτος, τόπο: η απουσία ξένης κατοχής ή επικυριαρχίας) Εθνική/πολιτική ~. Αγώνας για την ~ της πατρίδας. ~ ή θάνατος (: το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821). ΑΝΤ. αν~, δουλεία, σκλαβιά.ελευθερίες (οι): τα διάφορα είδη ελευθερίας που συνήθ. κατοχυρώνονται συνταγματικά: ατομικές/δημοκρατικές/θρησκευτικές/λαϊκές/στοιχειώδεις/συλλογικές ~. Κοινοτικές ~ (: οι τέσσερις βασικές ~, δηλ. η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων/εμπορευμάτων/προσώπων/υπηρεσιών). Άσκηση/καταστρατήγηση των ~ών. ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός/βαθμοί ελευθερίας 1. ΦΥΣ. καθεμία από τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον ακριβή προσδιορισμό της κίνησης ενός μηχανικού συστήματος ή των αλλαγών που υφίσταται ένα θερμοδυναμικό σύστημα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. καθεμία από τις ανεξάρτητες τυχαίες μεταβλητές σε στατιστική μέτρηση ή κατανομή συχνοτήτων., γενετήσια ελευθερία: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ερωτικού συντρόφου (χωρίς εξαναγκασμό, οικονομικά ανταλλάγματα ή άλλου είδους εξαρτήσεις): εγκλήματα κατά της ~ας ~ας (βλ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση, σωματεμπορία)., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάποιου να εκφράζει τις απόψεις, τις ιδέες ή τις σκέψεις του δημοσίως, χωρίς να εμποδίζεται ή να τιμωρείται. Βλ. ισηγορία, παρρησία., ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να αλλάζει κατά βούληση χώρο διαμονής και εργασίας είτε μέσα στην ίδια του τη χώρα είτε έξω από αυτή(ν)., ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της επιλογής, διατήρησης, εγκατάλειψης ή αλλαγής συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και επιλογής ή απόρριψης της αθεΐας. Βλ. ανεξιθρησκία., ελευθερία (της) λατρείας: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της άσκησης των λατρευτικών καθηκόντων., ελευθερία (της) πληροφόρησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανεμπόδιστης διάδοσης ή αναζήτησης πληροφοριών., ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει τις δικές του απόψεις ανεξάρτητα από τις θέσεις των άλλων., ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία: η απουσία κάθε παράγοντα που εμποδίζει ή περιορίζει την ανάπτυξη της σκέψης και την έκφραση., ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως: ευχέρεια κινήσεων: απόλυτη ~ ~. Το ασύρματο τηλέφωνο προσφέρει μεγαλύτερη ~ ~ σε σχέση με το σταθερό.|| Χώρος εργασίας που προσφέρει ~ ~., η ελευθερία του Τύπου: ελευθεροτυπία., ακαδημαϊκή ελευθερία βλ. ακαδημαϊκός, ελευθερία της αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, ελευθερία της βούλησης βλ. βούληση, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, οικονομική ελευθερία βλ. οικονομικός, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, προσωπική ελευθερία βλ. προσωπικός, συνδικαλιστική ελευθερία βλ. συνδικαλιστικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι, φυσική ελευθερία βλ. φυσικός [< αρχ. ἐλευθερία, γαλλ. liberté, αγγλ. liberty]

επαφή

επαφή[ἐπαφή] ε-πα-φή ουσ. (θηλ.) 1. επικοινωνία, συνάντηση: γλωσσική (βλ. επίδραση)/διαδικτυακή/ηλεκτρονική/πνευματική/τηλεφωνική ~. Καθημερινή/στενή/συνεχής/σύντομη/φιλική ~. ~ με τον έξω κόσμο/τη φύση. Έχει ακουστική ~ με τους παγιδευμένους (βλ. αντίληψη). ~ γονέων και παιδιών. Προσωπική ~ με τον πελάτη. Αποφεύγουν κάθε κοινωνική ~. Δεν υπάρχει συναισθηματική ~ μεταξύ τους (βλ. έλξη, ταύτιση, χημεία). Εδώ και χρόνια έχουμε κόψει κάθε ~/τις ~ές (βλ. απομάκρυνση, χωρισμός). Στόχος του προγράμματος είναι η ~ (= εξοικείωση, γνωριμία) των μαθητών με τους υπολογιστές. Η πρώτη μου ~ με τη μουσική. 2. κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα σώματα (ή οντότητες) βρίσκονται πάρα πολύ κοντά, συνήθ. με αποτέλεσμα να ακουμπά, να αγγίζει το ένα το άλλο, να εφάπτονται μεταξύ τους: σωματική/φυσική ~. (Παρατεταμένη) ~ με το δέρμα. Ιός που μεταδίδεται με άμεση (βλ. αγκαλιά, φιλί, χειραψία)/έμμεση ~. Πβ. άγγιγμα, ψηλάφηση.|| Υλικά που αναφλέγονται σε ~ με τον αέρα. 3. (ειδικότ.) συνεύρεση: συχνότητα ~ών. Πβ. συνουσία. 4. ΗΛΕΚΤΡ. σύνδεση δύο ή περισσότερων αγωγών που επιτρέπει τη ροή (εξασφαλίζει τη δίοδο) ηλεκτρικού φορτίου· συνεκδ. το σημείο σύνδεσής τους ή ο ίδιος ο διακόπτης: Δεν κάνει καλή ~ ο φορτιστής με το κινητό μου.|| Καθαριστικό/σπρέι για ηλεκτρικές ~ές.επαφές (οι) 1. συνομιλίες, διαπραγματεύσεις, συναντήσεις· (για πρόσ.) γνωριμίες, σχέσεις: άτυπες/διεθνείς/διμερείς/εμπορικές/ενημερωτικές/μυστικές/πολιτικές/πολιτιστικές/προεκλογικές/τακτικές ~. ~ για το ασφαλιστικό. Νέος γύρος/σειρά ~ών. ~ του Υπουργού με συνδικαλιστικούς φορείς.|| Επαγγελματικές/φιλικές ~. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Διακοπή των ~ών. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Έχει ~ με αξιωματούχους. Πβ. διασυνδέσεις. Βλ. βύσμα, κονέ, μέσο. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. {σπανιότ. στον εν.} τα στοιχεία προσώπων (ονοματεπώνυμο,τηλέφωνο, διεύθυνση, ιμέιλ) που αποθηκεύει κάποιος στο κινητό του ή στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο: δημιουργία/διαγραφή ~ής. Αναζήτηση/λίστα ~ών. Πρόγραμμα διαχείρισης ~ών (: συνήθ. μέρος ολοκληρωμένων εφαρμογών αυτοματισμού γραφείου). ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Σημείο Επαφής (ακρ. ΕΣΕ): υπηρεσία που έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο διακρατικών προγραμμάτων: Πανεπιστήμιο που λειτουργεί/ορίστηκε ως ~ ~ του ευρωπαϊκού προγράμματος ... [< αγγλ. National Contact Point (NCP)] , ερωτική/σεξουαλική επαφή & σαρκική επαφή: σεξουαλική πράξη, σεξ: ελεύθερη (: χωρίς προφύλαξη)/ολοκληρωμένη/πρώτη ~ ~. ΄Ηρθε σε σεξουαλική ~ μαζί της., σημείο επαφής 1. στο οποίο δύο ή περισσότερα σώματα, αντικείμενα εφάπτονται: Στο ~ ~ με το αλλεργιογόνο εμφανίζεται κνησμός. Γράσο που χρησιμοποιείται στα ~α ~ μετάλλων.|| (ειδικότ. για δήλωση εγγύτητας:) Ο ελλαδικός χώρος βρίσκεται στο ~ ~ τριών ηπείρων. 2. (μτφ.) κοινό στοιχείο μεταξύ ανθρώπων· δίαυλος επικοινωνίας: Δεν μπορεί να βρεθεί ~ ~ μεταξύ μας. Ψάχνουν ~α ~. [< γαλλ. point de contact, αγγλ. point of contact] , γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς) βλ. γραμμή, θερμική επαφή βλ. θερμικός, κύκλος επαφών βλ. κύκλος, οθόνη αφής βλ. οθόνη, οπτική επαφή βλ. οπτικός, σπορ επαφής βλ. σπορ, φακοί επαφής βλ. φακός, φατική επικοινωνία/επαφή βλ. φατικός, ψυχική επαφή βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: εξ επαφής (λόγ.) 1. από πολύ κοντά: εκτέλεση/πυροβολισμός ~ ~. ΑΝΤ. εξ αποστάσεως.|| (στο ποδόσφαιρο) Κεφαλιά/πλασέ/σουτ ~ ~. 2. ΙΑΤΡ. (για ασθένεια που προκαλείται) εξαιτίας της επαφής με κάτι: αλλεργική δερματίτιδα ~ ~., επαφή με την πραγματικότητα (συνήθ. αρνητ.): επίγνωση όσων συμβαίνουν στον κόσμο: Δεν έχει καμία ~ ~., επαφή με το περιβάλλον: επικοινωνία ενός ανθρώπου με τους γύρω του· (ειδικότ. ΙΑΤΡ.) έλεγχος, διατήρηση των αισθήσεων: Ο ασθενής είχε πλήρη/δεν έχει ~ ~. Ανέκτησε (την) ~ ~., έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) 1. έχω επικοινωνία, ανταλλάσσω πληροφορίες, σκέψεις, συναισθήματα με κάποιον· γνωρίζω, μαθαίνω κάτι: έρχεται/είναι/βρίσκεται ~ ~ μαζί του. Οι δύο πλευρές δεν επιβεβαιώνουν ότι ήρθαν ~. Θα είμαστε συνεχώς ~. Βρίσκονται ~ με στελέχη του ...|| Ήρθε ~ με το κίνημα του ρομαντισμού. 2. ακουμπώ, εφάπτομαι: Απολυμαίνεται κάθε υλικό που ήρθε ~ με αίμα. Κτίρια που βρίσκονται ~ (: γειτνιάζουν, συνορεύουν). 3. (μόνο για το ρ. έρχομαι) συνουσιάζομαι. [< γαλλ. en contact (avec quelqu'un)] , κρατώ επαφή (με κάποιον): διατηρώ επικοινωνία (μαζί του): ~ ~ με παλιούς φίλους. Κρατήσαμε ~ μέσω ιμέιλ., στενές επαφές τρίτου τύπου: γενικός χαρακτηρισμός περιπτώσεων που αφορούν την (υποθετική) επικοινωνία ανθρώπων με εξωγήινες οντότητες. [< αγγλ. close encounters of the third kind] , φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά βλ. φέρνω, χάνω επαφή βλ. χάνω [< 2: μτγν. ἐπαφή, γαλλ.-αγγλ. contact]

ήλος

ήλος[ἧλος] ή-λος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καρφί: μπουλόνια, κοχλίες και ~οι. Βλ. πριτσίνι. 2. ΙΑΤΡ. συνδετικό υλικό συνήθ. από μέταλλο, το οποίο χρησιμεύει για την επανένωση οστών που έχουν υποστεί κάταγμα: ενδομυελικοί ~οι. ● ΦΡ.: θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων (ΚΔ) (μτφ.-λόγ.) 1. ασχολούμαι άμεσα και αποφασιστικά με την ουσία ενός θέματος ή προβλήματος: Η κυβέρνηση πρέπει να θέσει ~, για να βρεθεί λύση στο φλέγον ζήτημα της ανεργίας. 2. ζητώ χειροπιαστές αποδείξεις, προκειμένου να πειστώ για κάτι: Αν δεν θέσω πρώτα τον δάκτυλόν μου ~, δεν πιστεύω τίποτα απ' όσα μου λες. [< 1: αρχ. ἧλος]

ημερήσιος

ημερήσιος, α (λόγ.) ία, ο [ἡμερήσιος] η-με-ρή-σι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. που αναφέρεται στην ημέρα, που γίνεται κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, σπανιότ. μέχρι τη δύση του ήλιου και συνήθ. καθημερινά: ~ος: έλεγχος/μισθός (= ημερομίσθιο)/τζίρος/χρόνος (εργασίας). ~α: ανάλυση (αγορών)/απασχόληση/αποζημίωση/διατροφή/δόση (φαρμάκου)/ενημέρωση/κατανάλωση. ~ο: δελτίο/επίδομα/κόστος/πρόγραμμα/ωράριο. ~ες: δαπάνες/εισπράξεις/πτήσεις/πωλήσεις/συναλλαγές/τιμές. ~α: στατιστικά. Αυξήθηκε ο ~ αριθμός δρομολογίων. Σε ~α βάση. Πβ. καθημερινός.|| ~ο: σχολείο (= πρωινό· ΑΝΤ. εσπερινό). Βλ. απογευματινός. ΑΝΤ. νυχτερινός (1) 2. μονοήμερος, που διαρκεί μόνο για μία μέρα: ~α: εκδρομή/κρουαζιέρα. ~οι: φακοί επαφής.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) ~α: πρόβλεψη. ~ο: ωροσκόπιο. Βλ. εβδομαδ-, μην-ιαίος, ετήσιος. ΣΥΝ. εικοσιτετράωρος ● επίρρ.: ημερησίως (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ημερήσιος Τύπος: που κυκλοφορεί καθημερινά: ~ και περιοδικός Τύπος., ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη βλ. ενδεικτικός, ημερήσια διαταγή βλ. διαταγή, ημερήσια διάταξη βλ. διάταξη [< αρχ. ἡμερήσιος]

λευκοκυτταρικός

λευκοκυτταρικός, ή, ό λευ-κο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα λευκοκύτταρα: ~ή: λευχαιμία. ~ό: αντιγόνο. ~οί: κύλινδροι. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκοκυτταρικός τύπος: ποσοστό των διαφόρων ειδών λευκοκυττάρων σε 1 mm3 αίματος. [< γαλλ. leucocytaire]

μοριακός

μοριακός, ή, ό μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που ανήκει στο μόριο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: όγκος/συντελεστής (αγωγιμότητας). ~ή: απορρόφηση/βιοϊατρική/δέσμη/διάχυση (της θερμότητας)/δομή/εξέλιξη/εξέταση/καρδιολογία/μηχανική/φυσική. ~ό: διάλυμα/κλάσμα/νέφος/τέστ. Βλ. γραμμο~, δια~, μακρο~, μικρο~, ορθο~, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μοριακό βάρος & (σχετική) μοριακή μάζα: ΧΗΜ. το άθροισμα των ατομικών βαρών που έχουν τα άτομα ενός μορίου. Βλ. τυπικό βάρος., μοριακό ρολόι: ο ρυθμός εμφάνισης μεταλλάξεων στο γενετικό υλικό κάθε οργανισμού, ο οποίος βοηθά στη χρονολόγηση των ειδών., μοριακός τύπος: ΧΗΜ. ο οποίος εκφράζει το είδος και τον ακριβή αριθμό των ατόμων ενός μορίου: γενικός ~ ~. Ο ~ ~ της αμμωνίας είναι NH3. Πβ. χημικός τύπος. [< γαλλ. formule moléculaire], μοριακή βιολογία βλ. βιολογία, μοριακή γαστρονομία βλ. γαστρονομία, Μοριακή Γενετική βλ. γενετική, μοριακό κόσκινο βλ. κόσκινο, μοριακοί υπολογιστές βλ. υπολογιστής [< γαλλ. moléculaire]

μορφή

μορφήμορ-φή ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερική όψη, εμφάνιση, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά (ανθρώπου ή πράγματος): (για πρόσ.) αγγελική/αέρινη/ανδρική/αποκρουστική/ασκητική/γαλήνια/γλυκιά/γυναικεία/ευγενική/ήρεμη/σεβάσμια/συμπαθητική/χαμογελαστή/ωραία ~ (πβ. πρόσωπο). Η θεότητα απεικονίζεται με ανθρώπινη ~/με ~ ζώου. Η ~ του είναι χαραγμένη στη μνήμη/στο μυαλό μου. Η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στη ~ του. Διέκρινα μια ~/τη ~ του από μακριά/στο σκοτάδι (βλ. σκιά). Βλ. παράστημα, παρουσιαστικό, σιλουέτα, φιγούρα.|| Αέρια/ακαθόριστη/ακανόνιστη/αρχιτεκτονική/κυκλική/κυλινδρική/στερεή/τετράγωνη/υγρή ~. ~ κατασκευής/κτιρίου. Αντικείμενο που έχει τη ~ σφαίρας/τετραγώνου. Χωρίς συγκεκριμένη ~ (πβ. άμορφος). Δίνω ~ σε κάτι (= διαμορφώνω, μορφοποιώ). Πβ. σχήμα. Βλ. γεωμορφές.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η ολοκληρωμένη ~ του όντος κατά τον Αριστοτέλη (βλ. εντελέχεια). 2. ο χαρακτήρας που αποκτά ή με τον οποίον εκδηλώνεται κάτι, τρόπος, είδος: ~ ανάπτυξης/απασχόλησης/ασφάλισης/γνώσης/διαμαρτυρίας/κοινωνίας/κράτους/πολιτεύματος/τέχνης. Απλή/αποσπασματική/αρχική/τελική ~ κειμένου. Σε έντυπη και ηλεκτρονική ~. Ατομική/συλλογική ~ εργασίας. Επικίνδυνη/ήπια ~ άσκησης. Αρχείο/μουσική σε συμπιεσμένη ~. Άμεση/έμμεση ~ αντιπροσώπευσης/δημοκρατίας. Φάρμακο σε ενέσιμη ~. Σε μια πρώτη ~. Σε ποια ~ (= φάση) βρίσκεται το έργο; Είμαι εναντίον κάθε ~ής βίας. Ασθένεια ελαφριάς/οξείας/σοβαρής ~ής. Έλαβε οριστική ~. (Κάτι) αλλάζει ~ (= μεταμορφώνεται). Νέες ~ές καλλιέργειας. Εναλλακτικές ~ές τουρισμού. Διάφορες ~ές (= πλευρές) ρατσισμού. Διαφορετικές/ποικίλες ~ές ποιήματος (= παραλλαγές)/τραγουδιού (= διασκευές). Βλ. τύπος. 3. ιδιαίτερα σημαντικό πρόσωπο (σε συγκεκριμένο τομέα): αινιγματική/αμφιλεγόμενη/αξέχαστη/εμβληματική/εξέχουσα/ιερή/καθοριστική/κορυφαία/σπουδαία/χαρισματική ~. ~ της επιστήμης/του θεάτρου/της ιστορίας/της τέχνης. Υπήρξε μία από τις μεγάλες ~ές του αθλητισμού. Πβ. προσωπικότητα, φιγούρα, φυσιογνωμία. 4. σύνολο εκφραστικών μέσων, φόρμα, τεχνική (σε αντιδιαστολή προς το θέμα, την ιδέα): (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΛΟΓΟΤ.) καλλιτεχνική/ποιητική ~. Διάσπαση/ενότητα ~ής και περιεχομένου. Βλ. σημαίνον, ύφος.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κονσέρτου/μπαλάντας (: δομή μουσικού έργου). 5. ΓΛΩΣΣ. (κυρ. στον αμερικανικό δομισμό) κάθε ελάχιστη σημασιολογική μονάδα που δηλώνει ένα μόρφημα· γενικότ. μόρφημα: ~ λέξης/(γραμματικού) τύπου. 6. ΜΑΘ. παράσταση αποτελούμενη από μαθηματικά σύμβολα: αλγεβρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστες μορφες: ΜΑΘ. μη επιτρεπτές πράξεις μεταξύ ορίων συναρτήσεων., βαριάς μορφής βλ. βαρύς, βιβλική μορφή βλ. βιβλικός, μορφολογική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός ● ΦΡ.: υπό μορφή(ν) & υπό τύπον (λόγ.): (+ γεν.) με τη μορφή, με τα χαρακτηριστικά, με τον τρόπο, σαν: Κάνω το μάθημα ~ ~ παιχνιδιού. Παρουσιάζω το θέμα ~ ~ διαλόγου. [< γαλλ. sous la forme de] , παίρνει μορφή βλ. παίρνω [< 1: αρχ. μορφή 2,4,6: γαλλ. forme, γερμ. Gestalt 3: γαλλ. figure 5: αγγλ. morph, 1947]

οπτικός

οπτικός, ή, ό [ὀπτικός] ο-πτι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την όραση ή την οπτική: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναπηρία/απόδοση/απόλαυση/εμπειρία/εμφάνιση/παρατήρηση/πρόσβαση/σήμανση/ταυτότητα (π.χ. προϊόντων, βλ. λογότυπο). ~ό: κείμενο (= εικόνα)/υλικό/φαινόμενο (π.χ. ουράνιο τόξο). ~ές: ιδιότητες/πληροφορίες. ~ά: βοηθήματα/ερεθίσματα/χαρακτηριστικά.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: φλοιός (του εγκεφάλου). ~ό: νεύρο (οφθαλμού). Βλ. οφθαλμικός.|| (ΟΠΤ.) ~ή: οξύτητα. ~ά: είδη (π.χ. γυαλιά, φακοί επαφής).|| (ΦΥΣ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ό: καλώδιο/πρίσμα/φάσμα. ~ές: διατάξεις/μετρήσεις/συσκευές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ός: προγραμματισμός. ~ό: δίκτυο/ποντίκι. ~ή ανάλυση σάρωσης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: αισθητήρας/σωλήνας. ~ό: μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. ~οί: ανιχνευτές. ~ά: εφέ/όργανα (π.χ. διόπτρα). ~ό και ακουστικό σήμα (: οπτικοακουστικό). Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ός: σταθεροποιητής (εικόνας)/φακός. ● Ουσ.: οπτικά (τα): οπτικά είδη: εμπόριο/κατάστημα/συλλογή ~ών. ● επίρρ.: οπτικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων επιπέδων φωτισμού: ~ ~ στο εσωτερικό κτιρίων. Λαμπτήρας που εγγυάται υψηλή ~ ~. Βλ. ακουστική, θερμική άνεση., οπτική αντίληψη: ΨΥΧΟΛ. η ικανότητα αποκωδικοποίησης των ερεθισμάτων που λαμβάνονται από τα όργανα της όρασης. Βλ. ακουστική αντίληψη. [< αγγλ. visual perception] , οπτική επαφή 1. το να είναι κάτι ή κάποιος εντός του οπτικού πεδίου προσώπου: απρόσκοπτη/καθαρή/παρατεταμένη/πρώτη/συνεχής ~ ~. Δατηρώ/έχω άμεση ~ ~ με τον χώρο. 2. ΤΗΛΕΠ. επικοινωνία μέσω οπτικών ινών: απευθείας ~ ~ μεταξύ συσκευών. Απόσταση/γραμμή/διάδοση/συνθήκες ~ής ~ής. Τα ασύρματα δίκτυα απαιτούν ~ ~ ανάμεσα σε πομπό και δέκτη., οπτική όχληση (επίσ.): που προκαλείται από θέαμα το οποίο προσβάλλει την αισθητική κάποιου: ~ ~ από τις οικοδομικές εργασίες., οπτικό ποίημα: ΛΟΓΟΤ. που συνδυάζει τον γραπτό λόγο με την εικόνα ή μεταδίδει οπτικά το νόημα με τον τρόπο διάταξής του., οπτικός θόρυβος: ΦΩΤΟΓΡ. διακυμάνσεις φωτεινότητας ή χρώματος σε εικόνες από σκάνερ ή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Βλ. κόκκος. [< αγγλ. image noise] , οπτικός πολιτισμός: διεπιστημονικός κλάδος ο οποίος έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των εικόνων, ιδ. όπως αυτές προβάλλονται από τα ψηφιακά μέσα και το διαδίκτυο, καθώς και των μεθοδολογικών-φιλοσοφικών εργαλείων ανάλυσής τους: ~ ~ και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. [< αγγλ. visual culture] , οπτικός τύπος: πρόσωπο που αντιλαμβάνεται και μαθαίνει ευκολότερα κάτι, όταν το βλέπει. Βλ. ακουστικός τύπος. [< γερμ. optischer Typ] , οπτική απάτη βλ. απάτη, οπτική γωνία βλ. γωνία, οπτική εικόνα βλ. εικόνα, οπτική επικοινωνία βλ. επικοινωνία, οπτική ίνα βλ. ίνα, οπτική ποίηση βλ. ποίηση, οπτική πυκνότητα βλ. πυκνότητα, οπτικό ζουμ βλ. ζουμ, οπτικό πεδίο βλ. πεδίο, οπτικός αναγνώστης βλ. αναγνώστης, οπτικός γραμματισμός βλ. γραμματισμός, οπτικός δίσκος βλ. δίσκος, οπτικός θάλαμος βλ. θάλαμος [< αρχ. ὀπτικός, γαλλ. optique, αγγλ. optical, visual]

παρατυπία

παρατυπίαπα-ρα-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: παράβαση κανόνα, διαδικασίας: διοικητικές/εκλογικές/νομικές/οικονομικές ~ες. Έκανε ~ (= παρατύπησε). Πβ. ατασθαλία. Βλ. παρανομία.

πρακτορείο

πρακτορείο[πρακτορεῖο] πρα-κτο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): επιχείρηση, γραφείο που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής κυρ. την παροχή υπηρεσιών, πληροφοριών σε τρίτους: ~ ΚΤΕΛ. ~ λαχείων/ΟΠΑΠ/ΠΡΟ-ΠΟ/στοιχημάτων. Διαφημιστικά/ναυτιλιακά ~α. Βλ. υπο~.|| ~α μοντέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτορείο ειδήσεων & ειδησεογραφικό πρακτορείο: ανώνυμη εταιρεία που συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί εγχώριες και διεθνείς ειδήσεις και τις διανέμει στα ΜΜΕ εσωτερικού και εξωτερικού: οι ανταποκριτές/η ηλεκτρονική σελίδα ενός ~ου ~. Διεθνή/ξένα ~α ~. Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό ~ ~ (βλ. ΑΠΕ, ΜΠΕ). Το γνωστό ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερ. [< αγγλ. news agency] , ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο & πρακτορείο ταξιδίων/τουρισμού: ταξιδιωτικό γραφείο που εκδίδει εισιτήρια και παρέχει πληροφορίες και άλλες υπηρεσίες στους ταξιδιώτες σχετικά με τον τόπο προορισμού τους., πρακτορείο Τύπου βλ. τύπος [< μτγν. πρακτόρειον ‘έδρα του εισπράκτορα φόρων’, ιταλ. agenzia, γαλλ. agence, αγγλ. agency]

συνέντευξη

συνέντευξησυ-νέ-ντευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. συζήτηση που γίνεται με σκοπό να δημοσιευθεί, κατά την οποία γνωστό συνήθ. πρόσωπο απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφου· συνεκδ. το σχετικό κείμενο: αποκαλυπτική/αποκλειστική/αυθόρμητη/διαδικτυακή/ειλικρινής/εκτενής/επίκαιρη/ζωντανή/ηχογραφημένη/μαγνητοσκοπημένη/μακροσκελής/ραδιοφωνική/στημένη/σύντομη/τηλεοπτική/φανταστική (: εξαιρετική ή κυρ. με προσωπικότητα που δεν ζει) ~. Δίνω/παραχωρώ ~ σε κάποιον. ~ ενός επιστήμονα/ηθοποιού/καλλιτέχνη/υπουργού. Έχει πάρει ~εύξεις από σπουδαίες μορφές του πνεύματος.|| Απόσπασμα μιας ~ης. Στο νέο τεύχος του περιοδικού διαβάστε ~εύξεις με τους ... Αρχείο ~εύξεων. 2. & προσωπική συνέντευξη: (ειδικότ.) υποβολή ερωτήσεων σε κάποιον με σκοπό την πρόσληψή του σε θέση εργασίας ή τη συλλογή στοιχείων για στατιστική επεξεργασία: επαγγελματική ~. ~ για δουλειά/επιλογής (προσωπικού). Οι υποψήφιοι θα κληθούν σε/θα περάσουν από ~. ΣΥΝ. ίντερβιου.|| Ατομική/ομαδική ~. Ελεύθερη (: στηρίζεται σε έναν γενικό κατάλογο θεμάτων, χωρίς προκαθορισμένες ερωτήσεις)/(ημι)δομημένη ~ (: διάκριση ανάλογα με τον βαθμό τυποποίησης των ερωτήσεων). ~ για εθνογραφική έρευνα. Βλ. ερωτηματολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: συνέντευξη Τύπου : που παραχωρείται επίσημα από δημόσιο πρόσωπο με παρουσία και συμμετοχή πολλών δημοσιογράφων οι οποίοι συνήθ. του υποβάλλουν ερωτήσεις: πρόσκληση σε ~ ~. Δόθηκε/πραγματοποιήθηκε ~ ~. Ο Πρωθυπουργός θα παραθέσει ~ ~ εφ' όλης της ύλης. ΣΥΝ. πρες κόνφερανς [< πβ. μτγν. συνέντευξις 'συνάντηση', αγγλ. interview, γαλλ. ~, 1891]

συντακτικός

συντακτικός, ή, ό συ-ντα-κτι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σύνταξη: ~ός: έλεγχος/κανόνας/ρόλος (μιας λέξης). ~ή: ανάλυση/δομή/θεωρία. ~ό: φαινόμενο. ~οί: όροι. ~ές: ασκήσεις/σχέσεις. ~ά: λάθη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αναλυτής/διορθωτής. 2. που σχετίζεται με τη σύνταξη ή με τους συντάκτες ενός εντύπου: ~ή: επιτροπή/ομάδα (εφημερίδας, λεξικού, περιοδικού). ~ό: προσωπικό. 3. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνταγματικός: ~ή: αναθεώρηση/πράξη. ● Ουσ.: Συντακτικό (το): ΓΛΩΣΣ. το μέρος της γραμματικής που ασχολείται με τη σύνταξη του λόγου και συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό εγχειρίδιο και μάθημα: ~ της αρχαίας Ελληνικής/της Λατινικής.|| Αύριο θα κάνουμε ~. ● επίρρ.: συντακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συνταγματική/συντακτική συνέλευση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνέλευση που ψηφίζει νέο Σύνταγμα. Βλ. εθνοσυνέλευση., συντακτική πράξη: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που ρυθμίζει θέματα συνταγματικού περιεχομένου και συνήθ. εκδίδεται από την κυβέρνηση σε μεταβατικές πολιτικές περιόδους., Συντακτική/Συνταγματική Βουλή: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. Βουλή που ψηφίζει νέο Σύνταγμα. Βλ. αναθεωρητική βουλή., συντακτικός τύπος: ΧΗΜ. παράσταση που απεικονίζει τη σύνδεση των χημικών δεσμών των ατόμων ενός μορίου., συντακτική εξουσία βλ. εξουσία [< μτγν. συντακτικός 1: γαλλ. syntaxique, αγγλ. syntactic(al)]

υπογραμμός

υπογραμμός[ὑπογραμμός] υ-πο-γραμ-μός ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τύπος και υπογραμμός: χαρακτηρισμός προσώπου που αποτελεί πρότυπο μίμησης: Στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, είναι πάντα ~ ~ (= άψογος, συνεπής). [< μτγν. ὑπογραμμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.