Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υδατοπρομήθεια [ὑδατοπρομήθεια] υ-δα-το-προ-μή-θει-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. στην Κύπρο): εφοδιασμός μιας περιοχής με νερό. Βλ. άρδευση, ύδρευση. [< αγγλ. water supply]

άρδευση

άρδευση[ἄρδευση] άρ-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ελεγχόμενη διοχέτευση νερού για πότισμα (κυρ. καλλιεργειών): αυτόματη/επιφανειακή/στάγδην (πβ. μικρο~)/υπόγεια ~. ~ γεωργικών εκτάσεων/κήπου/φυτών/χλοοτάπητα. ~ με αυλάκια/καταιονισμό/κατάκλιση/τεχνητή βροχή. Δίκτυο/σύστημα ~ης. Ύδρευση και ~. ~εύσεις-αποστραγγίσεις. 2. ΙΑΤΡ. αιμάτωση: αιματική ~. ~ των ιστών/του μυοκαρδίου. [< 1: αρχ. ἄρδευσις 2: γαλλ. irrigation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.