Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υδρόλυση [ὑδρόλυση] υ-δρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαδικασία διάσπασης μιας χημικής ένωσης σε δύο ή περισσότερες απλούστερες ουσίες με την επίδραση του νερού: αλκαλική/ενζυμική/μερική/όξινη ~. ~ του αμύλου. Βλ. πρωτεόλυση. [< γαλλ. hydrolyse, αγγλ. hydrolysis, γερμ. Hydrolyse]

πρωτεόλυση

πρωτεόλυσηπρω-τε-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αποσύνθεση, διάσπαση των πρωτεϊνών μέσω της υδρόλυσης των πεπτιδικών δεσμών τους με τη βοήθεια ειδικών ενζύμων. Βλ. λιπό-, υδρό-λυση. [< αγγλ. proteolysis, γαλλ. protéolyse]