Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υπέχω [ὑπέχω] υ-πέ-χω (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. υπείχε} (επίσ.): έχω, φέρω: Το κατάστημα δεν ~ει ευθύνη (= δεν ευθύνεται) για τυχόν απώλεια των προσωπικών σας αντικειμένων. Η εταιρεία ~ει υποχρέωση ελέγχου τιμών.|| (λόγ., + γεν.) ~ει στρατιωτικής υποχρέωσης. [< αρχ. ὑπέχω ‘υποβαστάζω, λογοδοτώ, αναλαμβάνω την υποχρέωση’]