Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υπερβιταμίνωση [ὑπερβιταμίνωση] υ-περ-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση υπερσυσσώρευσης βιταμινών στον οργανισμό η οποία οφείλεται στην υπερβολική κατανάλωσή τους. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υποβιταμίνωση [< αγγλ. hypervitaminosis, 1928, γαλλ. hypervitaminose, 1941]

αβιταμίνωση

αβιταμίνωση[ἀβιταμίνωση] α-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής λήψη ή αδυναμία απορρόφησης βιταμινών από τον οργανισμό: ~ Β (: μπέρι μπέρι, πελάγρα)/C (: σκορβούτο)/D (: ραχίτιδα). Βλ. υποβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. avitaminose, 1919, αγγλ. avitaminosis, 1914]