Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υπερεκχείλιση [ὑπερεκχείλιση] υ-πε-ρεκ-χεί-λι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): υπερχείλιση. Πβ. ξεχείλισμα.