Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπερκείμενος , η, ο [ὑπερκείμενος] υ-περ-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πάνω ή ψηλότερα από κάτι: ~ος: όροφος/χώρος (ΑΝΤ. υποκείμενος). ~η: κατασκευή. ~ο: στρώμα.|| (μτφ.) ~η: έννοια (= ευρύτερη). Τίτλοι σπουδών ξένης γλώσσας ~ου επιπέδου. Οι αποφάσεις του συμβουλίου χρειάζονται επικύρωση από τις ~ες Αρχές. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπέρκειμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.