Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπερλειτουργία [ὑπερλειτουργία] υ-περ-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα αυξημένη δραστηριότητα, συνήθ. αδένα ή άλλου οργάνου, η οποία προκαλεί επιπλοκές στην υγεία: ~ του θυρεοειδούς αδένα (= υπερθυρεοειδισμός)/του ανοσοποιητικού συστήματος (: αλλεργίες, αυτοάνοσα νοσήματα). ~ των επινεφριδίων/μυών (ΑΝΤ. υπολειτουργία). || ~ των κλματιστικών. [< γαλλ. hyperfonctionnement]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.