Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπερλιπιδαιμία [ὑπερλιπιδαιμία] υ-περ-λι-πι-δαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολικά υψηλός αριθμός λιπιδίων στο αίμα: οικογενής ~. Βλ. λιπαιμία. [< γαλλ. hyperlip(id)émie, 1958, αγγλ. hyperlip(id)emia, 1961]

λιπαιμία

λιπαιμίαλι-παι-μί-α ουσ. (θηλ.) & λιπιδαιμία: ΙΑΤΡ. αυξημένη περιεκτικότητα του αίματος σε λιπαρές ουσίες: μεταγευματική ~. Βλ. τριγλυκερίδια, υπερλιπιδαιμία, χοληστερίνη, -αιμία. [< αγγλ. lip(a)emia, lipid(a)emia, γαλλ. lipémie, 1900, lipidémie, 1959]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.