Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπερτέλειος , α, ο [ὑπερτέλειος] υ-περ-τέ-λει-ος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Υ) προσωνυμία του Θεού. 2. (προφ.-εμφατ.) αψεγάδιαστος: Αγόρασα ένα ~ο αυτοκίνητο. [< μτγν. ὑπερτέλειος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.