Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπερτρίχωση [ὑπερτρίχωση] υ-περ-τρί-χω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική τριχοφυΐα σε σημεία του σώματος, όπως τα άκρα ή η πλάτη, η οποία εμφανίζεται και στα δύο φύλα και δεν επηρεάζεται από τη δράση ανδρογόνων ορμονών. Βλ. δασυτριχισμός. [< γαλλ. hypertrichose, αγγλ. hypertrichosis]

δασυτριχισμός

δασυτριχισμόςδα-συ-τρι-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. έντονη τριχοφυΐα σε άτριχες φυσιολογικά περιοχές του προσώπου ή του σώματος, κυρ. στις γυναίκες που παρουσιάζουν αυξημένη παραγωγή ανδρογόνων. Βλ. υπερανδρογοναιμία, υπερτρίχωση, -ισμός. [< γαλλ. hirsutisme, 1920]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.