υπερτροφοδότης [ὑπερτροφοδότης] υ-περ-τρο-φο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. είδος υπερσυμπιεστή ο οποίος λαμβάνει κίνηση από έναν στρόβιλο που τροφοδοτείται με τα καυσαέρια του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Πβ. στροβιλοσυμπιεστής, τούρμπο. Βλ. -δότης. [< αγγλ. turbocharger, 1934]
υπερτροφοδότηση [ὑπερτροφοδότηση] υ-περ-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανές) χρήση υπερτροφοδότη: διπλή ~. Σύστημα ~ης (βλ. κομπρέσορας). Βλ. -δότηση.
-δότης
-δότης{-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.
-δότηση
-δότηση{-δότησης (λόγ.) -δοτήσεως | σπανιότ. -δοτήσεις, -δοτήσεων}: λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών με τη σημασία της παροχής: γνωμο~/εξουσιο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/πριμο~/πυρο~/ρευματο~/συνταξιο~/τροφο~/υδρο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δοτώ.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.