Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • υπερτροφοδότης [ὑπερτροφοδότης] υ-περ-τρο-φο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. είδος υπερσυμπιεστή ο οποίος λαμβάνει κίνηση από έναν στρόβιλο που τροφοδοτείται με τα καυσαέρια του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Πβ. στροβιλοσυμπιεστής, τούρμπο. Βλ. -δότης. [< αγγλ. turbocharger, 1934]
  • υπερτροφοδότηση [ὑπερτροφοδότηση] υ-περ-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανές) χρήση υπερτροφοδότη: διπλή ~. Σύστημα ~ης (βλ. κομπρέσορας). Βλ. -δότηση.

-δότης

-δότης{-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.

-δότηση

-δότηση{-δότησης (λόγ.) -δοτήσεως | σπανιότ. -δοτήσεις, -δοτήσεων}: λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών με τη σημασία της παροχής: γνωμο~/εξουσιο~/επι~/ηλεκτρο~/κληρο~/πριμο~/πυρο~/ρευματο~/συνταξιο~/τροφο~/υδρο~. Βλ. -δοσία, -δότης, -δοτώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.